Ευρετήριο

Βασιλεία (Α)



ΡΙΖΑ: Βασιλεύω.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Εξουσία του βασιλιά, η βασιλική εξουσία, το βασιλικό αξίωμα, το κυβερνάσθαι υπό βασιλέως.

2) Το καθ’ εαυτό αξίωμα του βασιλιά.

3) Το πολίτευμα που έχει α) τον βασιλιά ως Ανώτατο Άρχοντα και Ηγεμόνα, β) τη Βασιλευόμενη Δημοκρατία.

4) Το χρονικό διάστημα που βασιλεύει κάποιος ως Ηγεμόνας.

5) (Μεταφ.) περίοδος της κατάστασης ακμής και επιβολής κάποιου ατόμου.

6) Το βασίλειο, η βασιλεία,το κράτος, η αρχή και η εξουσία.

7) Η βασιλεία ως μια απολυταρχία, τυραννία.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Βασιλεύς, Βασιλεύω, Βασιλειάω, Βασιλίζω, Βασίλειος, Βασίλειον, Βασιληΐς, Βασίλισσα, Βασιλόπαις.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Κράτος, Ἀρχή, Ἀρχηγία, Ἐξουσία, Κληρονομική Mοναρχία.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Τυραννίς, Δικτατορία, Ἀνώτατη Ἀρχή – Δεσποτική Κυριαρχία, Ἐξουσία.
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό θηλυκού γένους α΄ κλίσης Βασιλεία -ας.


ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ-ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ):

ΛΕΞΗ:
Η λ. γνωστή και ως βασίλειον αναφέρεται: α) στο κράτος μέσα στο οποίο κυριαρχεί μια κατάσταση και επικρατεί ως πολίτευμα, β) στα εδάφη τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία και την εξουσία ενός συγκεκριμένου βασιλιά ως Ανώτατο Άρχοντα και Ηγεμόνα, γ) ως πολίτευμα αναφέρεται και ως βασιλευόμενη δημοκρατία. (Ηροδ. 7.11) Η πρώτη σχετική αναφορά ως επικράτεια, κράτος, αρχή, εξουσία του «Ελληνικού Βασιλείου» έγινε γνωστή από τον Φίλιππο, ο οποίος και το δημιούργησε. (Αριστοτ. Πολιτ. 1273α3.2, 128β17).
ΓΝΩΜΙΚΑ: «Ολόκληρος ο κόσμος έχει εξεγερθεί και στο τέλος δεν θα υπάρχουν παρά 5 βασιλείς: ένας της Αγγλίας και οι 4 ρηγάδες των παιγνιδόχαρτων» (Φαρούκ τ. βασιλιάς της Αιγύπτου).
1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Basilia, Basilic, Basilica κ.λπ.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Reign, Kingship, Royalty, Regality.

Βασιλεία, ας, , a kingdom, realm; dominion, royal auathority; hereditary monarchy, opposed to τυραννίς, Thusyd. I, 13, etc.; on which see Arnold’s Thycyd. Append. I; also, a diadem, Rosetta Inscript. 44, 45;

βα^σιλ-εία_ , Ion. βα^σιλ-ηΐη , ἡ,

A. kingdom, dominion, Hdt.1.11, etc.; “παιδὸς ἡ β.” Heraclit.52; hereditary monarchy, opp. “τυραννίς, ἐπὶ ῥητοῖς γέρασι πατρικαὶ β.” Th.1.13; “βασιλείας εἴδη τέτταρα” Arist.Pol.1285b20; ἡ πρώτη πολιτεία μετὰ τὰς β. after the age of monarchies, ib.1297b17: metaph., “ἐποίησεν ἡμᾶς β.” Apoc.1.6; “β. τῶν οὐρανῶν” Ev.Matt.3.2; τοῦ θεοῦ ib.6.33, etc.

2. kingly office, “β. καὶ στρατηγία” Arist.Pol.1273a37.

3. at Athens, the office of the archon βασιλεύς, Paus.1.3.1.

4. Pass., being ruled by a king, “τῆς ὑπ᾽ ἐκείνου βασιλείας” Isoc.9.43.

II. diadem, D.S.1.47, OGI90.43 (Rosetta).

III. reign, ib.331.40 (Pergam.), D.S.17.1, POxy.1257.7(iii A. D.); so αἱ β. the reigns of the Kings, title of book of VT; accession to the throne, BGU646.12 (ii A. D.).

IV. concrete, His Majesty, LXX 4 Ki.11.1, 1 Ma.6.47.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Regnum.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Herrschaft, Regierung, Regentschaft.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Regno.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Règne.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Einado, Dominio, Predominio.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Reinado, Reino, Dominio, Predominio.


επιστροφή στο ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ΚΑΤΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ 2, 1-9