Ευρετήριο

Βασιλεύς (Α)


Βασιλεύς (Β) Κ.Δ. (Ε.Γ./ΚΕΙΜ.)

Βασιλεύς (ΟΜ)


ΡΙΖΑ: Σύνθ. εκ του βασι- < ρίζ. βα- του βαίνω+ιων. Βασιλ-ηύς, βασιλ–εύς, παραβ. *λαFος, λαός, λεώς, βασιλεύς = ο βαίνων επί λίθου. βάσις = φυλή, οικογένεια, κατάληξη, ως –ευς σε πολλά ονόματα (κουρεύς, νομεύς κ.ά.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ανώτατος άρχοντας ενός κράτους που παίρνει την εξουσία συνήθως κληρονομικά, ηγεμόνας που κυβερνά απόλυτα ή με αρμοδιότητες που ορίζει ο νόμος.

2) Ο δεύτερος από τους εννέα Άρχοντες στην Αθήνα.

3) (Μεταφ.) αυτός που κυβερνά κάτι, που εξουσιάζει σ’ ένα χώρο, οικοδεσπότης.

4) Αυτός που ξεχωρίζει, που πρωτεύει μέσα σ’ ένα σύνολο, δεσπότης.

5) (Λαογρ.) ονομασία παιδικού ομαδικού παιγνιδιού.

6) Αρχηγός, ηγέτης, άρχοντας (βλ. και ΣΥΝΩΝΥΜΑ).

7) Ο πρώτος στην τάξη των ανθρώπων (βασιλεύς, εγκέφαλος). Όπως και σε πολύ καλά εδέσματα και φαγώσιμα όπως τα σύκα (βασιλικά) και στις μέλισσες (βασίλισσα).

8) Η κατάληξη της λ. σε –εύς υφίσταται και σε πολλά ονόματα όπως νομεύς, αριστεύς κ.ά.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Βασιλεύω, Βασιλευτός, Βασιλίζω, Βασιλικός, Βασιλίς (θηλ), Βασίλειος, -α, -ον (επιθ.).

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἄναξ, Αὐτοκράτωρ, Ἀρχηγός, Στρατηγός, Ἡγεμών, Ἄρχων, Κύριος, Δεσπότης, Ἐπιμελητής θρησκείας και λατρείας, Εὐεργέτης, Ἐπιφανής σωτήρ. (Παραβ. Πινδ. Ο. 6.79).

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Δοῦλος, Τύραννος.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό αρσενικού γένους, γ΄ κλίσης, Βασιλεύς -έως.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ-ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ):

ΛΕΞΗ: Η λ. Βασιλεύς ως τίτλος μαρτυρείται από την εποχή των κυρίαρχων ηγεμόνων της Ελληνιστικής και της Ρωμαϊκής περιόδου. Αποδίδεται σε θνητούς ανθρώπους επίγειους και κυρίαρχους και ταυτίζεται προς τον Θεόν. Ο πρώτος ενσαρκούμενος βασιλεύς ταυτίζεται με τον θεό Ήλιο (Μίθρα) πάνω σ’ ένα άρμα που το σέρνουν άλογα. Οι Ρωμαίοι λάτρευαν τον αυτοκράτορα με βάση τη Μιθραϊκή θρησκεία.

ΦΡΑΣΕΙΣ: «Βασιλῆς βασιλέως ὕποχοι μεγάλου» (Αισχ. Περσ. 24,44). Ο τίτλος «Βασιλεύς των βασιλευόντων και κύριος των κυριευόντων» μαρτυρείται και από τους ανατολικούς λαούς (παραβ. 1Ti 6:15 και H. Zimmern Phl - List Kl 1916 Bd 68 Heft 5).

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Οι αναφερόμενοι ως άνω τίτλοι μεταξύ των οποίων και ο τίτλος Σωτήρ που έδωσαν κατά την Ελληνιστική εποχή στους -τότε- θεούς: Δία, Αθηνά, Ασκληπιό, Υγεία, Απόλλωνα, στον Ηρακλή, στους Διόσκουρους, Άρτεμη, Ποσειδώνα και Γη Μητέρα. Αυτό πιστοποιεί την εκπλήρωση της θεανθρωπικής προσδοκίας περί της ελεύσεως του Σωτήρος-Χριστού «ὅστις θά ἱδρύσει διά πάντας τοὺς ἀνθρώπους τὴν αἰώνιον τοῦ Θεοῦ Βασιλείαν» (παραβ. Λεων. Φιλιππίδης Ιστορίας της εποχής της Καινής Διαθήκης (εξ Απόψεως Παγκοσμίου και Πανθρησκειακής Εκδ. Αποστ. Διακ. Εκκλ. Ελλάδος σελ. 831 και Χρ. Ανδρούτσου: Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήνα 1907, σελ. 166 εξ.).

Επισημαίνεται ότι τα ονόματα Κύριος, δεσπότης, οικοδεσπότης τα χρησιμοποιούσαν κυρίως οι δούλοι αλλά και οι κόλακες, καθώς και οι πελάτες στους προστάτες τους.

Τέλος το θηλ. της λ. βασιλεύς «Βασίλισσα του Ουρανού» προέρχεται από τον τίτλο που είχαν οι θεότητες Ιστάρ και Αστάρτη του Ασσυροβαβυλωνιακού Πανθέου (παραβ. Λ. Φιλιππίδου ως άνω σελ. 672).

ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Βασιλεύς ονομαζόταν ο δεύτερος εκ των εννέα αρχόντων στην Αθήνα, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με την επίβλεψη της λατρείας προς τους θεούς και στην διεξαγωγή των φονικών δικών. Μετά τους Περσικούς πολέμους ο βασιλιάς της Περσίας καλούνταν ως ο κυρίως Βασιλεύς (χωρίς άρθρο) ή ο Μεγάλος Βασιλιάς.


1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Basileus, Basilia, Basilic κ.λπ.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: King, Rex.

Βασιλεύς, έως, Ion. ῆος, , a king, irreg. acc. βασιλῆ (Oracle, in Herodt. vii, 220), monarch, sovereign, any man who is eminent on account of his weath orpower; one of the royal family, or of the nobility, the governing body, Hom.; the king of the Persians, who was also called μέγας βασιλεύς, the Great King, as we now say the Grand Seignior; βασιλεῖς, the children of the king (Tarquin), the royal children; also, a lord or master, a householder, Il. xviii, 556; the name used by slaves of their masters, by parasites of their patrons, etc.; applied to the gods, particularly Jupiter; also, the second of the nine archons at Athens, and who had charge of the public worship, and of criminal proceedings in law; also, the highest or most distinguished of any class; in N. T., a viceroy or prince (as well as a king), as Herod is called in Matt. ii, 1, 3, etc., though he was only a tetrarch.

βα^σι^λ-εύς , ὁ, gen. έως, Ep. ῆος, Cypr. ῆϝος Inscr.Cypr.104,135H.: acc. βασιλέα, contr. -ῆ Orac. ap. Hdt.7.220, E.Fr.781.24 (lyr.): nom. pl. βασιλεῖς, Aeol.

A. “-ηες” Sapph.Supp.6.4, IG12(2).6 (Mytil.), -ειες ib. 646a45, al., Ep. -ῆες, old Att. “-ῆς” S.Aj.188,960 (both lyr.), cf. Hdn. Gr.1.430: acc. pl. “βασιλέας” IG12.115, later βασιλεῖς ib.2.243, etc.:— king, chief, Hom., etc.: freq. with collat. sense of captain or judge, Hes. Op.202; “διοτρεφέες β.” Il.2.445, etc.; “θεῖοι” Od.4.691, etc.; later, hereditary king, opp. τύραννος, Arist.EN1160b3, etc.; but also of tyrants, as Hiero, Pi.O.1.23; of Gelo, Hdt.7.161; of Pisistratus, Eup.123, cf. Sch. Ar.Ach.61: joined with a Subst., “βασιλεὺς ἀνήρ” Il.3.170, etc.; “ἀνὴρ β.” Hdt.1.90; ἄναξ β. lord king, A.Pers.5, cf. B.17.1: c. gen., “β. νεῶν” A. Ag.114 (anap.); οἰωνῶν β., of the eagle, ibid., Pi.O.13.21: Comp. “βασιλεύτερος” more kingly, Il.9.160,392, Od.15.533, Tyrt.12.7: Sup. “βασιλεύτατος” Il.9.69.

b. of the gods, “Ζεὺς θεῶν β.” Hes.Th.886, cf. Pi.O.7.34, Emp.128.2, etc. (in this sense Hom. uses ἄναξ); as cult title of Zeus, IG7.3073.90 (Lebad.), SIG1014.110 (Erythrae), etc. (but Ζεὺς β., = Ahuramazda, X.Cyr.3.3.21, al., Arr.An.4.20.3); ὁ μέγας β., of God, LXX Ps.47(48).2, Ph.2.107: Sup. “βασιλεύτατοι τῶν θεῶν” Max.Tyr.29.5.

2. as a title of rank, prince, “β. εἰσὶ καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐν . . Ἰθάκῃ” Od.1.394, cf. 8.390, etc.; of Cyrus, X.Oec. 4.16.

b. descendant of a royal house, esp. in Ionia, Arist.Ath. 41.3; βασιλέων οἶκοι 'estates of the royal house', name of a district in Chios, “Ἀθηνᾶ” 20.168.

3. generally, lord, master, Il.18.556, Pi.O.6.47.

4. metaph., “πόλεμος πάντων β.” Heraclit.53; “νόμος ὁ πάντων β.” Pi.Fr.169.

II. at Athens, the second of the nine Archons, IG12.76, al., Antipho 6.38, Lys.6.4, Arist.Pol.1285b17, Ath. 57, etc.; “ἡ τοῦ β. στοά” Pl.Euthphr.2a.

2. title of magistrates in other Greek states, as βασιλᾶες at Elis, GDI1152, cf. IG12(2).6 (Mytil.), etc., Arist.Pol.1322b29.

3. at Rome, β. τῶν ἱερῶν, = rex sacrorum, D.H.5.1, cf. D.C.54.27.

III. after the Persian war (without Art.), the king of Persia, Hdt.7.174,al.; “ἄναξ Ξέρξης β.” A.Pers.5, cf. 144, Ar.Ach.61, Th.8.48, IG22.141 (βασιλῆς βασιλέως ὕποχοι μεγάλου, of the Satraps, A.Pers.24, cf. 44, S.E.M.2.22); less freq. “ὁ βασιλεύς” Hdt.1.132,137, Arist.Pol.1304b13; “β. ὁ μέγας” Hdt. 1.188.

2. of Alexander and his successors, usually with Art., IG22.641,687, Men.293,340(pl.); “Σέλευκος” Antiph.187; Ἀντίγονος Alex.III; “Πτολεμαῖος” Id.244; “Ὀσυμανδύας βασιλεὺς βασιλέων” D.S. 1.47; title used by Parthian kings, Plu.Pomp.38, D.C.37.6, etc.; by Antony, Plu.Ant.54; of God, Apoc.17.14,19.16.

3. of the Roman emperors, AP10.25 (Antip. Thess.); “β. Ῥωμαίων” BGU588.10 (i A.D.), etc., cf. 1 Ep.Ti.2.2, J.AJ14.15.14; “β. αὐτοκράτωρ” IG3.13 (Hadrian), Hdn.1.6.5; without Art., Paus.10.32.19.

IV. of any great man, “πένησί τε καὶ βασιλεῦσιν” Ps.-Phoc.113.

2. first or most distinguished of any class, “Ἡρώδην τὸν β. τῶν λόγων” Philostr. VS2.10.1, cf. Luc.Rh.Pr.II; winner at a game, Poll.9.106, Sch.Pl. Tht.146a; Stoic sage, “μόνος β.” Luc.Herm.16; βασιλέως ἐγκέφαλος 'morsel fit for a king', Clearch.5; β. σῦκα, name of a choice kind, Philem.Lex. ap. Ath.3.76f., cf. Poll.6.81.

V. = συμποσίαρχος, Plu.2.622a, Luc.Sat.4.

VI. wren, Arist.HA592b27.

VII. queen-bee, ib.623b9, GA759a20, etc. (The form βασιλέα is scanned ^ ^ _ in Pi.N.1.39; codd. βασίλεια.)

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Rex, Basileus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: König, Dame.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Re, Sovrano.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Roi.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Rey, Dama, Gobernador, Califa.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Rei, Monarca, Soberano, Magnata, Carta do Baralho.

επιστροφή στο ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑΙ 1.2.1-1.4.1

επιστροφή στο ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ΚΑΤΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ 2, 1-9

 

EKΤΥΠΩΣΗ εκτύπωση