Ευρετήριο

Ἄψινθος





ΡΙΖΑ: Προελληνική λέξη, μη Ι.Ε.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αψιθιά.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πικραίνομαι Apoc 8:11, 10:9, 10.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Ἄψινθος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἄψινθος: Ονομαστική ενικού.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 8:11: Pro 25:26  Am 5:7  Am 6:12

1) Η λ. Ἄψινθος χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Wormwood.

Ἄψινθος, ου, , wormwood; as a proper name of a star in N. T., Wormwood, it is masculine, Revel. viii, 11.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Apsinthium.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Absinth.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Assenzio.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Absinthe.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Ajenjo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Absinto.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Absint.