Ευρετήριο

Βαθύς






ΡΙΖΑ: Πιθ. < αρχ. τ. *ΒΑΦΥΣ με ανομοίωση το -Φ- σε -Θ- < Ι.Ε. *GWMBH-U < *GWEMBH- > ΒΕΝΘΟΣ "βάθος".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Βαθύς, αυτός που έχει σχετικά μεγάλο βάθος.

2) (Γεν.) μέγας, άφθονος, αυτός που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Βαθύνω Luk 6:48, Βάθος Mat 13:5, Βυθός 2Co 11:25, Βυθίζω Luk 5:7, Βάπτω Luk 16:24, Βαπτίζω Mat 3:6, Βαπτισμός Mar 7:4, Βαπτιστής Mat 3:1, Βάπτισμα Mar 3:7, Ἄβυσσος Luk 8:31.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὑψηλός Mat 4:8.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο γ΄ κλίσης σε: -ύς, -εῖα, -ύ.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Βαθέα: Αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου γένους.

2) Βαθύ: Ονομαστική ενικού ουδετέρου γένους.

3) Βαθέως: Γενική ενικού αρσενικού γένους.

4) Βάθει: Δοτική ενικού αρσενικού γένους.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 2:24: «ὑμῖν δὲ λέγω τοῖς λοιποῖς τοῖς ἐν Θυατείροις, ὅσοι οὐκ ἔχουσιν τὴν διδαχὴν ταύτην, οἵτινες οὐκ ἔγνωσαν τὰ βαθέα τοῦ σατανᾶ ὡς λέγουσιν· οὐ βάλλω ἐφ᾽ ὑμᾶς ἄλλο βάρος».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:24: Psa 64:6, Joh 8:44, Act 13:10, 1Co 4:5.

ΕΙΔΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ:

Η λ. Βαθύς ως επίθετο στο ονοματικό σύστημα της (αρχαίας) Ελλην. Γλώσσας σχηματίζει λ. με επίθημα (κατάληξη) σε -της (εδώ: Βαθύτης).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Psa 64:6, Pro 18:4.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Bath-, (Bathyal, Bathyalic, Bathybic, Bathybial).

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Deep.

Βαθύς, εῖα, and Ion βαθέη, βαθύ, fem. βαθύς, (only once, Hom. Hymn. Cer. 384,) compar. βαθύτερος, Poet. βαθέων, Dor. βάσσων, superl. βαθύτατος, Poet. βάθιστος, deep or high, according to one’s relative position to the thing spoken of; profound; vasts, immense, large, ample; dense, thick, full, close; long, extreme; βαθεῖα αἰθήρ, the deep, i. e. the lofty sky; βαθὺς ἀνήρ, a rich man, Xen. Œcon. xi, 10; βαθεία αὐλή, a large, or widely extended court-yard; βαθὺ γένειον, a double chin; βαθὺ γῆρας, extreme old age; εἰρήνη βαθεῖα, long or profound peace, Herodt.; βαθὺ ἐσθλόν, sure good fortune; βαθύτερα ἤθεα, deeper habits of thought, Herodt. iv, 95; βαθὺν κοιμάσθαι, to sleep soundly; νειὸς βαθεῖα, the extensive newly ploughed ground; βαθὺς ὄρθρος, the earliest dawn, Aristoph. Vesp. 216; βαθὺς πλοῦτος, accumulated riches; βαθὺς τόπος, a place that stretches away far into the distance; βαθὺς ὕπνος, deep sleep; φρὴν βαθεῖα, the depths of (his) mind, Il. xix, 125; βαθεῖα φροντίς, deep thought, Æschyl. Suppl. 407; χρέος βαθύ, a heavy debt; gen. βαθέος, εῖας, έος, dat. βαθέει, εῖ. Th. βάθος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Altus, Valde, Diluculo.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Tief.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Profonda.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Profonde.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Profundo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Profundo.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Diep.