Ευρετήριο

Βάλλω






ΡΙΖΑ: < *ΒΑΛ-J-Ω < Ι.Ε. *GWEL- "ρίχνω, πετάω".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ρίχνω, εκτοξεύω (βλ. συντ. παρατ. 1Ai, 1Aii, 1Aiii, 1Aiv, 1Av, 2Bi).

2) Θέτω, βάζω, τοποθετώ (βλ. συντ. παρατ. 1Aii, 1Aiv).

3) Καταθέτω (βλ. συντ. παρατ. 1Ai, 2A).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐπιβάλλω Mar 4:37, Ἐκβάλλω Gal 4:30, Ἀναβάλλομαι Act 24:22, Ἀμφιβάλλω Mar 1:16, Ἀποβάλλω Mar 10:50, Περιβάλλω Mar 14:51, Ἐμβάλλω Luk 12:5, Καταβάλλω Heb 6:1, Προβάλλω Act 19:33, Διαβάλλομαι Luk 16:1, Βολή Luk 22:41, Ἀπόβλητος 1Ti 4:4, Διάβολος Mat 4:1, Βέλος Eph 6:16.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ρίπτω Luk 4:35, Ἀπορρίπτω Act 27:43, Ἐπιρρίπτω Luk 19:35, Τίθημι Mat 27:60, Κατατίθημι Act 24:27, Ἀποτίθημι Heb 12:1, Ὑποτίθημι Rom 16:4, Κεῖμαι Joh 21:9, Κατάκειμαι Luk 5:25, Πατάσσω Mat 26:31, Πέμπω Apoc 14:15,18, Luk 20:13, Ἀπωθοῦμαι Act 7:27,39, 13:46, Καθαιρῶ 2Co 10:4, Κλίνω Mat 8:20, Ἐκχέω Act 2:17, Καταχέω Mat 26:7, Ἐπιχέω Luk 10:34, Ἐκχύνω Luk 22:20, Ἀποστέλλω Luk 4:18, Λιθοβολῶ Heb 12:20.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἐκβάλλω Mat 7:4, 5, Ἀφαιρῶ Luk 10:42, 16:3.



ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. βάλλω, Πρτ. ἔβαλλον, Μέλ. βαλῶ, Αόρ. ἔβαλον, Πρκ. βέβληκα, Υπερσ. ἐβεβλήκειν.

Μέσ. Ενεστ. βάλλομαι, Πρτ. ἐβαλλόμην, Μέλ. μέσ. βαλοῦμαι, Μελ. παθ. βληθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐβαλόμην, Αόρ. παθ. ἐβλήθην,  Πρκ. βέβλημαι, Υπερσ. ἐβεβλήμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Βάλλω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ. (πραγμ.): εκτοξεύω/πετώ κάτι, προσφέρω/καταθέτω κάτι (Mar 12:41 … Πῶς ὁ ὄχλος βάλλει χαλκὸν…),

ii) + αιτ. + εμπρ.πρ. (εις+αιτ.): ρίχνω κάποιον κάπου, τοποθετώ-βάζω κάτι σε… (Mat 9:17 … Οὐδὲ βάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς·…),

iii) + αιτ. + εμπρ.πρ. (από+γεν.): απομακρύνω κάτι από…., ρίχνω κάτι μακριά από (Mat 5:29 … Ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ·...),

iv) + αιτ. + εμπρ.πρ. (επί + αιτ.): βάζω/θέτω κάτι πάνω σε… (Mat 10:34 … Ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν), εκτοξεύω/ρίχνω κάτι σε… (Joh 8:59 … Ἦραν οὖν λίθους ἵνα βάλωσιν ἐπ᾽ αὐτόν.),

v) + αιτ. + επιρρ. (τόπου): ρίχνω κάτι κάπου (1Jo 4:18 …Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον).

2) Βάλλομαι

Α) Αμετάβατο: κατατίθεμαι (Joh 12:6 …Ἔχων τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν).

Β) Μεταβατικό

i) + εμπρ. πρ. (εις+αιτ.): ρίχνομαι-πετιέμαι κάπου (Mat 5:29 …Μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν.).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Βάλε: β΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

2) Βαλεῖν: Απαρέμφατο Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

3) Βάλετε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

4) Βαλέτω: γ΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

5) Βαλῇ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

6) Βάλητε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

7) Βάλλει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Βάλλειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Βάλλεται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

10) Βάλλομεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Βαλλόμενα: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Βαλλόμενον: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Βάλλοντας: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής φωνής.

14) Βάλλοντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Βαλλόντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

16) Βαλλοῦσαν: Αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

17) Βάλλουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

18) Βάλλω ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

19) Βαλοῦσα: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

20) Βάλλω: α΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

21) Βαλῶ: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

22) Βάλωσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

23) Βεβληκότος: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

24) Βεβλημένην: Αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

25) Βεβλημένον: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

26) Βεβλημένος: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

27) Βέβληται: γ΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

28) Βληθείς: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

29) Βληθεῖσα: Δοτική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

30) Βληθέν: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

31) Βληθῇ: γ΄ ενικό Υποτακτικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

32) Βληθῆναι: Απαρέμφατο Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

33) Βληθήσεται: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

34) Βληθήσῃ: β΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

35) Βλήθητι: β΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 12:9: «κα βλθη δρκων μγας, φις ρχαος, καλομενος Διβολος κα Σατανς, πλανν τν οκουμνην λην, βλθη ες τν γν, κα ο γγελοι ατο μετ ατο βλθησαν.»

Apoc 20:3: «κα βαλεν ατν ες τν βυσσον κα κλεισεν κα σφργισεν πνω ατο, να μ πλανσ τι τ θνη χρι τελεσθ τ χλια τη. μετ τατα δε λυθναι ατν μικρν χρνον.»

Όπως περιγράφεται στο εδάφιο Apoc 21:5 (βλ.λ.), καθώς καταστρέφεται το παλαιό ασεβές πονηρό σύστημα πραγμάτων, τίθεται εκτός δράσης και ο Σατανάς ή Διάβολος μαζί με τους δαίμονές του. Έτσι απελευθερώνεται για πρώτη φορά η ανθρωπότητα από τη σατανική επιρροή που ήταν γεμάτη από μίσος και αρνητική επιρροή. Ολόκληρη η ανθρωπότητα πλέον «αναπνέει» ελεύθερα και ένα τεράστιο αίσθημα ανακούφισης κυριαρχεί τελικά σ’ εκείνους τους πιστούς δούλους του Θεού που απελευθερώνονται, έτοιμοι να ζήσουν αιώνια σε μια παραδεισένια γη: «κα κουσα φωνς μεγλης κ το θρνου λεγοσης· δο σκην το θεο μετ τν νθρπων, κα σκηνσει μετ ατν, κα ατο λαο ατο σονται, κα ατς θες μετ ατν σται [ατν θες], κα ξαλεψει πν δκρυον κ τν φθαλμν ατν, κα θνατος οκ σται τι οτε πνθος οτε κραυγ οτε πνος οκ σται τι, [τι] τ πρτα πλθαν.» (Apoc 21:3-4).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 8:2: Apoc 15:1

Apoc 8:5: Exo 19:16, Apoc 4:5

Apoc 8:7: Apoc 16:2, Exo 9:23-25, Psa 97:36

Apoc 8:10: Apoc 16:1,4,

Apoc 8:13: Apoc 9:12, 11:14

Apoc 12:4: Job 38:7, Gen 6:2, Jud 6, Gen 3:15

Apoc 12:9: Apoc 12:3, 20:2, Gen 3:1,2, 2Co 11:3, Apoc 12:4, Mat 4:1, Joh 8:44, Heb 2:14, Jas 4:7, 1Pe 5:8, 1Ch 21:1, Job 1:6, Zec 3:2, Mat 4:10, Joh 13:27, Rom 16:20, 2Th 2:9, 2Co 4:4, 11:14, Eph 2:2, Rom 12:19, Apoc 6:9,10, 19:1,2

Apoc 14:19: Mat 13:39, Apoc 9:11, Jer 12:10

Apoc 18:19: Hsa 47:11

Apoc 19:20: Apoc 16:13, 13:15,16,17

Apoc 20:1: Apoc 9:11

Apoc 20:10: Apoc 13:1

Apoc 20:11: Apoc 4:2,3, 2Pe 3:7

Apoc 20:15: Mat 5:22, 18:19, Apoc 21:8, 17:8, Pro 10:7

1) Η λ. Βάλλοντες στα εδάφια Mat 27:35 και Mar 15:24 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (Ο΄ Psa 22:18).

2) Η λ. Ἔβαλον στο εδάφιο Joh 19:24 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (Ο΄ Psa 22:18).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Deep, Arise, Beat, Cast, Dung, Lay, Lie, Pour, Put, Send, Throw, Thrust.

Βάλλω, f. βαλῶ, and by later writers βαλλήσω, 2. a. ἔβαλον, mid. ἐβαλόμην, pf. βέβληκα, pf. pas. βέβλημαι, also Epic βεβόλημαι, 1. a. pas. ἐβλήθην; there is also found in Homer a syncopated aor. ἔβλητο, βλῆτο, subj. βλήεται for βλήηται, opt. βλεῖο, part. βλήμενος, inf. βλῆσθαι;act. to throw, cast, fling; to dart, shoot, strike; to wound; to reach or hit, without wounding, Il. xxi, 591; to cast off or away; to send forth, as ships to sea, Odys. iv, 359; to drive away, expel; to deliver; to found or build; to put on or over, as armor or clothes; to turn or bend; to pour liquids, to dash (one’s self) with water, Hom. Hymn. Cer. 50; to shed tears, Eurip.; mid. βάλλεσθαί τι ἐς θυμόν, to lay up in one’s mind, Herodt. viii, 68; ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο, remember or keep fixed in your mind, Il. I, 297; iv, 39; also, to take to heart, Hom.; ἑτέρως ἐβάλοντο, they resolved it otherwise, Odys. I, 234; βάλλειν λίθοις, to stone or pelt with stones; … λόγοις, to provoke or beset with words; βάλλ’ (σεαυτόν) ἐς κόρακας, away with you, go and be hanged, go to the dogs, literally to the crows; βάλλεσθαι ἄστο, to found a city; also intransitively, to fall into, as a river into the sea, Il. xi, 722. In N. T. to cast lots, Matt. xxvii, 35; to shed its fruit, as a tree, Revel. vi, 13; to put out money at interest, Matt. xxv, 27; to thrust into, as a sword into its scabbard, John xviii, 11, or a sickle into grain for reaping, Revel. xiv, 19; 2. a. imperat. act. βάλε, 2. a. subj. βάλω, ῃς, ῃ, plupf. ind. pas. ἐβεβλήμην, σο, το, 1. a. imperat. pas. βλήθητι, 1. a. inf. pas. βληθῆναι, p. ind. m. βέβολα, which is obsolete. The plupf., ἐβεβλήκειν, has, in Epic writers, the sense of the aor. did hit, as in Il. v, 66, 73; the future forms βληθήσομαι and βεβλήσομαι are used indiscriminately by the tragic writers. Porson ad Med. 929; see also under Μιμνήσκω. The old roots were βάλω, βαλέω, whence βέβληκα, βέβλημαι, βεβλήσομαι, ἐβλήθην, βληθήσομαι, etc., and from βαλέω come βαλήσω, βαλῶ, etc. Hence in English, BALL.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Ferio, Jacio, Vulneto, Projicio, Fundamenta Jacio, Mittere, Prolicere, Iactare, Iacere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schlagen, Besiegen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Picchiare, Battere.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Battement, Temps.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Vencer, Batir.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Bater, Derrotar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Slaan, Kloppen.