Ευρετήριο

Βάπτω






ΡΙΖΑ: < *ΒΑΦ-JΩ < Ι.Ε. *GWMBH- "βαθύς, βυθός".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Βυθίζω, καταβυθίζω, βουτώ (βλ. συντ. παρατ. 1Ai, 1Aii, 2Ai).

2) (Συνεκδ.) βάφω, χρωματίζω (βλ. συντ. παρατ. 2Ai).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐμβάπτω Mat 26:23, Βαπτίζω Mat 3:6, Βάθος Mat 13:5, Βαθύνω Luk 6:48, Βαθύς Apoc 2:24, Βάπτισμα Mar 1:4, Βαπτισμός Mar 7:4, Βαπτιστής Mat 3:1, Βυθός 2Co 11:25, Βυθίζω Luk 5:7.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Βυθίζω Luk 5:7, Βαπτίζω Mat 3:6, Ἐμβάπτω Mat 26:23.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀνασπῶ Luk 14:5, Ἀντλῶ Joh 2:8,9, 4:7,15, Ραντίζω Heb 9:13.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. βάπτω, Πρτ. ἔβαπτον, Μέλ. βάψω, Αόρ. ἔβαψα, Πρκ. βέβαφα, Υπερσ. ἐβεβάμειν.

Μέσ. Ενεστ. βάπτομαι, Πρτ. ἐβαπτόμην, Μέλ. μέσ. Βάψομαι, Μελ. παθ. βαφήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐβαψάμην, Αόρ. παθ. ἐβάφην, Πρκ. βέβαμμαι, Υπερσ. ἐβεβάμμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Βάπτω.

Α) Μεταβατικό

i) + αιτιατική: βουτώ, βυθίζω κάτι (Joh 13:26 …Ὦ ἐγώ βάψω τὸ ψωμίον).

ii) + αιτ. + γεν.: βυθίζω κάτι σε…(Luk 16:24 …Ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου ὕδατος).

2) Βάπτομαι

Α) Αμετάβατο: βυθίζομαι, ραντίζομαι, (και συνεκδ.) βάφομαι (Apoc 19:13 …Ἱμάτιον βεβαμμένον αἵματι).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Βάψας: Ονομαστική ενικού Μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

2) Βάψῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Βάψω: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

4) Βεβαμμένον: Αιτιατική ενικού Μετοχής ουδετέρου γένους Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 16:14,16: «εσν γρ πνεματα δαιμονων ποιοντα σημεα, κπορεεται π τος βασιλες τς οκουμνης λης συναγαγεν ατος ες τν πλεμον τς μρας τς μεγλης το θεο το παντοκρτορος.» «Κα συνγαγεν ατος ες τν τπον τν καλομενον βραϊστ ρμαγεδδν.»

Apoc 19:11-15: «Κα εδον τν ορανν νεγμνον, κα δο ππος λευκς κα καθμενος π ατν [καλομενος] πιστς κα ληθινς, κα ν δικαιοσν κρνει κα πολεμε. ο δ φθαλμο ατο [ς] φλξ πυρς, κα π τν κεφαλν ατο διαδματα πολλ, χων νομα γεγραμμνον οδες οδεν ε μ ατς, κα περιβεβλημνος μτιον βεβαμμνον αματι, κα κκληται τ νομα ατο λγος το θεο. Κα τ στρατεματα [τ] ν τ οραν κολοθει ατ φ πποις λευκος, νδεδυμνοι βσσινον λευκν καθαρν. κα κ το στματος ατο κπορεεται ομφαα ξεα, να ν ατ πατξ τ θνη, κα ατς ποιμανε ατος ν ῥάβδ σιδηρ, κα ατς πατε τν ληνν το ονου το θυμο τς ργς το θεο το παντοκρτορος»

Οι πολλές μορφές της αδικίας: Αρκεί να σκεφτεί κανείς μόνο τα πολλά χρήματα και τον τεράστιο χρόνο, που σπαταλιούνται στην παραγωγή πολεμικών όπλων και εφοδίων, και που τελικά προκαλούν εκατομμύρια άσκοπους θανάτους, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων ανθρώπων. Όπως και τα κολοσσιαία ποσά που απαιτούν και επιζητούν οι, ποικίλης μορφής, «νόμιμες» και παράνομες απολαύσεις στα πλαίσια ιδιοτελών παρορμήσεων των ανθρώπων.

Όλα αυτά προκαλούν και εξάπτουν το δίκαιο θυμό του Δημιουργού Ιεχωβά Θεού. Για το λόγο αυτό Εκείνος έχει διορίσει τον Γιο Του για να διεξαγάγει έναν κατά πάντα δίκαιο πόλεμο εναντίον ολόκληρου αυτού του πονηρού συστήματος πραγμάτων, προκειμένου να τερματίσει οριστικά και τελεσίδικα τις αδικίες κάθε μορφής.


1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Bapt- (Baptisia, Baptism, Baptismal, Baptismally, Baptist, Baptistery, Baptistry, Baptise, Baptizer).

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Dip, Sprinkle.

Βάπτω, f. ψω, p. βέβαφα, to dip, to dip under, to plunge; to steep, dye, or color; to wash; to draw up; to fill by drawing up; mid. to bathe one’s self; pas. to sink or be lost, as a ship; to temper steel or iron, by dipping it in water, Odys. ix, 392; βάψας ἀρύταιναν, having dipped the brass vessel or basin into the water, Theoph. Char. 9; 2. a. act. ἔβαφον, pas. ἐβάφην, pf. pas. βέβαμμαι, ψαι, πται, 2. f. ind. act. βαφῶ, εῖς, εῖ.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Aspergere, Intingere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Sprinkle, Tauchen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Cospargere, Dip.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Saupoudrer, Tremper.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Espolvorear, Sumerja.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Polvilhe, Mergulhe.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Strooi, Dip.