Ευρετήριο

Βάρος






ΡΙΖΑ: < συνεστ. βαθμ. Ι.Ε. *GWER-U- "βαρύς", πβ. σανσκρ. GURUH, λατ. GRAV-IS.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Το βάρος, το φορτίο, οτιδήποτε προκαλεί σωματική ή ψυχική καταπόνηση, η βαριά κοπιώδης-εργασία (Mat 20:12), απαίτηση-απαγόρευση-υποχρέωση (Act 15:28), η δοκιμασία-το πρόβλημα (Gal 6:2), οικονομική-υλική δαπάνη (1Th 2:7).

2) Μεγάλο μέγεθος, μεγάλη ποσότητα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Βαρύς 2Co 10:10, Βαροῦμαι Mat 26:43, Καταβαρῶ 2Co 12:16, Ἐπιβαρῶ 1Th 2:9, Βαρέως Act 28:17, Βαρύτιμος Mat 26:7, Καταβαρύνω Mar 14:40, Ἀβαρής 2Co 11:9.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Φορτίον Mat 11:30, Γόμος Act 21:3, Ὄγκος Heb 12:1, Καταναρκῶ 2Co 11:9, Δυσβάστακτος Mat 23:4, Luk 11:46, Θλῖψις Act 7:10, 11, Θλίβω Mat 7:14, Ἀδημονῶ Mat 26:37, Πιέζω Luk 6:38, Λυπῶ 1Pe 1:6.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀβαρής 2Co 11:9, Ἐλαφρός Mat 11:30, 2Co 4:17.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Βάρος -ους.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Βάρει: Δοτική ενικού.

2) Βάρη: Αιτιατική πληθυντικού.

3) Βάρος: Αιτιατική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 2:24: «ὑμῖν δὲ λέγω τοῖς λοιποῖς τοῖς ἐν Θυατείροις, ὅσοι οὐκ ἔχουσιν τὴν διδαχὴν ταύτην, οἵτινες οὐκ ἔγνωσαν τὰ βαθέα τοῦ σατανᾶ ὡς λέγουσιν· οὐ βάλλω ἐφ᾽ ὑμᾶς ἄλλο βάρος».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:24: Act 15:28

Η λ. Βάρος χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Jud 18:21.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Bar-(Baraesthesia, Baresthesia, Baragnosis).

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Burden, Weight.

Βάρος, εος, τό, weight, burden, load, heaviness; metaphor. trouble, vexation; authority; gravity; wealth, power; ἀγγελίας βάρος, for ἀγγελίαν βάρυν, a heavy or painful message, Eurip. Hec. 104; βάρος τῆς ἡμέρας, the burden of the day, Matt. xx, 12; ἐν βάρει εἶναι, to be burdensome, in a pecuniaary sense, 1Th 2:6.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Onus, Pondus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Gewicht.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Carico.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Poids.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Peso.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Peso.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Gewicht.