Ευρετήριο

Ἀήρ





ΡΙΖΑ: < *ΑFΕΡ- «ανύψωση», πβ. λατ. AER.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Aέρας, η ατμόσφαιρα.

2) (Mεταφ.) το πνεύμα, η νοοτροπία, το σύνολο των κοινωνικών ή πολιτιστικών συνθηκών που διαμορφώνουν τη χαρακτηριστική ατμόσφαιρα ενός τόπου.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Οὐρανός Mat 8:20, Ἄνεμος Mat 7:25.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὕδωρ Mar 9:41, Joh 4:11,13,14, Γῆ Jac 5:18.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης αρσενικού γένους: Ἀήρ, ἀέρος.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀέρα: Αιτιατική ενικού (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ)

2) Ἀέρος: Γενική ενικού

3) Ἀήρ: Ονομαστική ενικού

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ-ΕΔΑΦΙΑ:

«Εἰς τὸν ἀέρα» μάταια (1Co 14:9 …Εἰς ἀέρα λαλοῦντες).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 16:17: Eph 2:2  Eph 6:12

1) Η λ. Ἀέρα στο εδάφιο 1Co 9:26 μεταφέρει μια εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Psa 18:11.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Aer-, Aero- (Aeraemia, Aerasthenia, Aerate, Aeration, Aerator, Aerenchyma, Aerial).

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Air.

Ἀήρ, ἀέρος, Ion. and Epic. ἠέρος, dat. ἠέρι, ἡ, more rarely ὁ, (in later Ion. nom. ἠήρ, gen. ἠέρος) the air, the atmosphere, as opposed to αἰθήρ, the unclouded firmament; a cloud, fog, darkness, duskiness. The α is long, and very rarely shortened. In the Homeric passages, Iliad v, 776, viii, 50, ἀήρ, or ἠήρ, is not masculine, but πουλύν is rather to be taken as a feminine. Pinzger Lex. Hederic. Damm observes, that πουλύν is here in the common gender. «Ἀήρ, ὁ, signifying merely the air, appears to be used only once by Homer, Iliad xiv, 288.» Maltby’s Greek Gradus, p. 17, note. In fem. gend. it signifies darkness. From ἄω. Hence the English AIR.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Aer, A'ris.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Air.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Air.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Air.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Aire.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Ar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Lucht.