Ευρετήριο

Αίσχύνη



ΡΙΖΑ: < ΑΙΣΧΟΣ + παραγ. κατάλ. -ΥΝΗ < πιθ. ΙΝΔ/Ε *AIGWH- «ντρέπομαι».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ντροπή, όνειδος, αισχύνη.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Αἰσχρότης Eph 5:4, Αἰσχροκερδής 1Ti 3:8, Αἰσχροκερδῶς 1Pe 5:2, Αἰσχύνομαι Phl 1:20, Ἐπαισχύνομαι Mar 8:38, Καταισχύνω 1Co 1:27.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐντροπή 1Co 6:5, Ὄνειδος Luk 1:25, Δυσφημία 2Co 6:8.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Αἰδώς 1Ti 2:9, Ἁγνότης 2Co 6:6, 11:3, Ἀγαθοποιΐα 1Pe 4:19, Εὐλάβεια Heb 5:7, 12:28, Τιμιότης Apoc 18:19, Ἀνεπαίσχυντος 2Ti 2:15, Ἄμωμος Apoc 14:5, Τιμή Joh 4:44, Δόξα 1Ti 1:17, Σέβασμα Act 17:23.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Αἰσχύνη, -ης.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Αἰσχύνῃ: Δοτική ενικού.

2) Αἰσχύνη: Ονομαστική ενικού.

3) Αἰσχύνην: Αιτιατική ενικού.

4) Αἰσχύνης: Γενική ενικού.

5) Αἰσχύνας: Αιτιατική πληθυντικού.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:18: Job 23:10  1Pe 1:7  Apoc 16:15  Psa 19:8

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Dishonesty, Shame.

Αἰσχύνη, ης, ἡ, shame, a sense of shame arising from a virtuous feeling; disgrace, infamy; also delicacy of feeling; αἰσχύνην ὄφλειν, to incur disgraœ, Thucyd.; αἰσχύνην ἔχειν, to be disgraced, Demosth.; δι’ αἰσχύνης ἔχειν, to be ashamed, Euripid.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Confusio, Dedecus, Rubor, Pudore.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Unehrlichkeit, Shame.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Disonestà, Vergogna.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Malhonnêteté, Honte.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Deshonestidad, Vergüenza.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Desonestidade, Vergonha.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Oneerlijkheid, Schande.