Ευρετήριο

Αἰχμαλωσία



ΡΙΖΑ: < ΑΙΧΜΗ + ΑΛΩΤΟΣ, ΑΙΧΜΗ < ΙΝΔ/Ε *ΑΙΚ- «χτυπώ με αιχμηρό όπλο», πβ. λατ. IC-TUS «χτύπημα», ΑΛΩΤΟΣ < ΑΛΙΣΚΟΜΑΙ < *FΑΛ-ΙΣΚ-ΟΜΑΙ < ΙΝΔ/Ε *(S)WEL- «παίρνω, αρπάζω», πβ. λατ. VELLO «ξεριζώνω». (Βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 4).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αιχμαλωσία, υποδούλωση.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Αἰχμάλωτος Luk 4:18, Αἰχμαλωτεύω Eph 4:8, Αἰχμαλωτίζω Luk 21:24, Ἅλωσις 2Pe 2:12.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ζωγρῶ Luk 5:10, Ἁρπάζω Joh 6:15, Φυλακή Mat 14:3, Joh 3:24.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἐλευθερία Rom 8:21, Ἐλεύθερος Mat 17:26, Ἀπελεύθερος 1Co 7:22.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Αἰχμαλωσία, -ας.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Αἰχμαλωσίαν: Αιτιατική ενικού.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 13:10: Zec 14:2

1) Η λ. Αἰχμαλωσίαν στο εδάφιο Apoc 13:10 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Αἰχμαλωσία στο εδάφιο Eph 4:8 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 68:18).

3) Η λ. Αἰχμαλωσία χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

4) Η σύνθετη αυτή λ. Αἰχμαλωσία (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

5) Σῶμα ἐξ αἰχμαλώτων ἀποτελούμενον, πλῆθος, ὁ αὐτ. 17. 70, Ἑβδ., Κ. Δ.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Captivity.

Αἰχμαλωσία, ας, , captivity, slavery of prisoners in war; the act of taking captive; also in later writers, the prisoners themselves, Theophan.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Captivitas, Captivitátem.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Gefangenschaft.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Cattività.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Captivité.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Cautiverio.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Cativeiro.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Gevangenschap.