Ευρετήριο

Ἀκμάζω



ΡΙΖΑ: < ΑΚΜΗ + ρηματ. κατάλ. -ΑΖΩ < ΙΝΔ/Ε *AK- «οξύς, αιχμη­ρός», πβ. σανσκρ. AS-RI-H «γωνία, κόψη», λατ. AC-ER «οξύς».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ακμάζω, βρίσκομαι στην ακμή μου, ωριμάζω, μεστώνω, βρίσκομαι σε πλήρη ανάπτυξη.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ακμάζω Apoc 14:18, Ακμήν Mat 15:16, άκρον Mat 24:31, άκανθα Mat 7:16.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ηλικίαν (έχω) Joh 9:21, Βλαστάνω Mat 13:26.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Μαραίνομαι Jac 1:11, Ξηραίνομαι Mat 13:6, Mar 3:1, 21:20, Φθείρομαι 2Pe 2:12, Ξηραίνω Mat 13:6, Mar 3:1, Σαπρός Mat 7:12.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἀκμάζω, Πρτ. ἤκμαζον, Μέλ. ἀκμάσω, Αόρ. ήκμασα, Πρκ. ἤκμακα, Υπερσ. ἠκμάκειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἀκμάζω

Α) Αμετάβατο: Ακμάζω, αναπτύσσομαι, ωριμάζω (Apoc 14:18 …Τρύγησον τοὺς βοτρύας… ὅτι ἤκμαεν ἡ σταφυλή τῆς γῆς).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἤκμασαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 14:18: Apoc 20:9  Deu 32:32

Η λ. Ἀκμάζω χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Ripe (to be fully).

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Valeo, Aetate sum firma, Sum vegatus et validus per Aetatem, Polleo, Juvenili, Rebore, Vigeo, Floreo aetate.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Ich bin stark, Ich bin sicher Ages.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Io sono forte, Sono sicuro che Ages.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Je suis fort, Je suis sûr que les Ages.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Soy fuerte, Estoy seguro de Edad.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Eu sou forte, Tenho certeza Ages.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Ik ben sterk, Ik ben er zeker Ages.