Ευρετήριο

Ἀκούω



ΡΙΖΑ: < *Α-ΚΟF-JΩ < Α- προθεμ. (< Ι.Ε. *SM-) + ΙΝΔ/Ε *KEW- / *SKEW- «παρατηρώ, προσέχω», πβ. σανσκρ. KAV-IS «σοφός, προνοητής», λατ. CAV-EO «προσέχω». (Βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 20 και 21).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ακούω, αντιλαμβάνομαι διά της ακοής (βλ. συντ. παρατ. 1Α, 1Βi).

2) Δίνω προσοχή, προσέχω, ακούω με προσοχή (βλ. συντ. παρατ. 1Α, 1Βi, 1Βii).

3) Εννοώ, κατανοώ (βλ. συντ. παρατ. 1Α).

4) Εισακούω (βλ. συντ. παρατ. 1Βii).

5) Μαθαίνω, πληροφορούμαι, αποκτώ γνώση (βλ. συντ. παρατ. 1Βi, 1Βiii, 1Βiv, 1Βv, 2Α).

6) Υπακούω (βλ. συντ. παρατ. 1Βiii).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀκοή Mat 4:24, Ὑπήκοος Act 7:39, Εἰσακούω 1Co 14:21, Διακούω Act 23:35, Ἐπακούω 2Co 6:2, Προακούω Col 1:5, Παρακούω Mat 18:17, Παρακοή Rom 5:19.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Αἰσθάνομαι Luk 9:45, Πυνθάνομαι Mat 2:4, Ὠτίον Mat 26:51, Ἐνωτίζομαι Act 2:14, Πειθαρχῶ Act 27:21, Ροιζηδόν 2Pe 3:10, Διαλαλῶ Luk 1:65, Φωνή Apoc 6:1, Συνίημι Mat 15,10.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Παρακούω Mat 18:17, Παρακοή Rom 5:19, Μαρτυρῶ Act 6:3, Μαρτυρία 1Ti 3:7, Ἀπαγγέλλω Act 4:23, Ἀναγγέλλω 1Pe 1:12.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἀκούω, Πρτ. ἤκουον, Μέλ. ἀκούσω, Αόρ. ἤκουσα, Πρκ. ἀκήκοα, Υπερσ. ἀκηκόειν.

Μέσ. Ενεστ. ἀκούομαι, Πρτ. ἠκουόμην, Μέλ. μέσ. ἀκούσομαι, Μελ. παθ. ἀκουσθήσομαι, Αόρ. παθ. ἠκούσθην, Πρκ. ἤκουσμαι, Υπερσ. ἠκούσμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἀκούω

Α) Αμετάβατο: ακούω (Mat 11:5 …Καὶ κωφοί ἀκούουσι), ακούω με προσοχή, δίνω προσοχή/προσέχω (Mar 4:23 …Εἰ τὶς ἔχει ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω), εννοώ, κατανοώ, καταλαβαίνω (Mat 13:16 …Μακάριοι…, καὶ τὰ ὦτα ὑμῶν, ὅτι ἀκούουσιν).

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: ακούω κάτι (Mat 7:24 …Τοὺς λόγους), ακούω προσεκτικά κάτι, δίνω προσοχή σε κάτι (Mat 7:24 …Ὅστις ἀκούει μου τοὺς λόγους), μαθαίνω/πληροφορούμαι κάτι (Mat 11:2 …Ἀκούσας ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ),

ii) + γεν.: ακούω/δίνω προσοχή σε κάτι ή κάποιον (Mar 7:14 …Ἀκούσατέ μου πάντες καὶ συνίετε), εισακούω κάποιον (Joh 9:31 …Ἁμαρτωλῶν ὁ Θεός οὐκ ἀκούει), υπακούω σε κάτι ή κάποιον (Joh 10:27 …Τὰ πρόβατα τὰ ἐμά τῆς φωνῆς μου ἀκούει),

iii) + αιτ. (πραγμ.) + γεν. (προσ.): ακούω/μαθαίνω κάτι από… (Act 1:4 … Τὴν ἐπαγγελίαν… ἦν ἠκούσατέ μου),

iv) + αιτ. + παρά + γεν.: βλ. 1Βiii (Joh 8:40 …Τὴν ἀλήθειαν… ἦν ἤκουσα παρά τοῦ Θεοῦ),

v) + ειδ. πρ.: ακούω/μανθάνω/πληροφορούμαι ότι… (Joh 12:34 …Ἠκούσαμεν…ὅτι ὁ Χριστός μένει εἰς τὸν αἰῶνα).

2) Ἀκούομαι

Α) Αμετάβατο: ακούγομαι, γίνομαι γνωστός (Mat 28:14 …Καὶ ἐάν ἀκουσθῇ τοῦτο).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀκηκόαμεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἀκηκόασιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 12).

3) Ἀκηκόατε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἀκηκοότας: Αιτιατική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἄκουε: β΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἀκούει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Ἀκούειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 11).

8) Ἀκούεις: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Ἀκούεται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 13).

10) Ἀκούετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής ή Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Ἀκουέτω: γ΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

12) Ἀκούομεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

13) Ἀκούοντα: Ονομαστική-αιτιατική πληθυντικού Μετοχής ουδετέρου γένους Ενεργητικής Φωνής.

-Αιτιατική ενικού Μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

14) Ἀκούοντας: Αιτιατική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Ἀκούοντες: Ονομαστική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 17).

16) Ἀκούοντος: Γενική ενικού Μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

17) Ἀκουόντων: Γενική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

18) Ἀκούουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής. (Βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 7).

19) Ἀκοῦσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

20) Ἀκούσαντες: Ονομαστική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

21) Ἀκουσάντων: Γενική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

22) Ἀκούσας: Ονομαστική ενικού Μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

23) Ἀκούσασα: Ονομαστική ενικού Μετοχής θηλυκού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

24) Ἀκούσατε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

25) Ἀκουσάτω: γ΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

26) Ἀκουσάτωσαν: γ΄ πληθυντικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

27) Ἀκούσει: β΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 3).

-γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

28) Ἀκούσεσθε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 8).

29) Ἀκούσετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 5, 9).

30) Ἀκούσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

-β΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

31) Ἀκούσητε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 16).

32) Ἀκουσθεῖσιν: Δοτική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

33) Ἀκουσθῇ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

34) Ἀκουσθήσεται: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

35) Ἀκουσόμεθα: α΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

36) Ἀκούσονται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

37) Ἀκούσοντας: Αιτιατική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

38) Ἀκούσουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

39) Ἀκούσωσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

40) Ἀκούω: α΄ ενικό Οριστικής ή Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής. (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 20).

41) Ἀκούων: Ονομαστική ενικού Μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητική Φωνής.

42) Ἀκούωσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 6).

43) Ἤκουεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

44) Ἤκουον: α΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

45) Ἤκουσα: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 14).

46) Ἠκούσαμεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

47) Ἤκουσαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 10).

48) Ἤκουσεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1, 15).

49) Ἠκούσθη: γ΄ ενικό Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

50) Ἠκούσατε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

51) Ἠκούσας: β΄ ενικού Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 3:22: « χων ος κουστω τ τ πνεμα λγει τας κκλησαις.»

Ο Ιησούς παρατηρούσε προσεκτικά τα όσα συνέβαιναν στις εκκλησίες των χρισμένων ακολούθων του τον πρώτο αιώνα Κ.Χ. Γνώριζε πολύ καλά την πνευματική κατάσταση της κάθε εκκλησίας. Αυτό γίνεται φανερό από τα κεφάλαια 2 και 3 της Αποκάλυψης. Εκεί κατονομάζει επτά εκκλησίες, όλες στη Μικρά Ασία (Apoc 1:11).

Ο Ιησούς επαίνεσε μερικές εκκλησίες και έδωσε ρητές συμβουλές στις υπόλοιπες. Ως στοργικός πνευματικός επίσκοπος – ακόμη και για εκείνους στους οποίους έδωσε ισχυρές νουθεσίες – ο Ιησούς δήλωσε: «Εγώ, όλους εκείνους για τους οποίους νοιώθω στοργή, τους ελέγχω και τους διαπαιδαγωγώ. Να είσαι, λοιπόν, ζηλωτής και να μετανοήσεις» (Apoc 3:19).

Αν και βρισκόταν στον ουρανό, ο Ιησούς ασκούσε ηγεσία στις εκκλησίες των μαθητών του στη γη μέσω του Αγίου Πνεύματος. Τα αγγέλματά του προς εκείνες τις εκκλησίες ολοκληρώνονταν με τα λόγια του σημερινού εδαφίου.

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ-ΕΔΑΦΙΑ:

Η φράση «Οὐκ ἀκούεις πόσα σοῦ καταμαρτυροῦσιν» (Mat 27:13) του Πιλάτου φανερώνει (κατά την άποψη των ειδικών) ότι ο Πιλάτος σύμφωνα με τη διαδικασία (κατά το Ρωμαϊκό Ποινικό Δίκαιο) για να επιβληθεί ποινή θα έπρεπε μετά την απαγγελία της κατηγορίας υπό των κατηγόρων να ακολουθήσει η υπεράσπιση του κατηγορούμενου (Cic. Verr 1, 11, 34 και 1, 18, 54. Επίσης De Orat 1:33, 153 και Quint 6, 4, 2). Στη δίκη του Ιησού δεν υπήρξαν μάρτυρες υπεράσπισης. Προτρέπεται λοιπόν έντονα με τη φράση αυτή (του Πιλάτου) ο Ιησούς να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά ο Ιησούς παραιτείται απαντώντας με τη σιωπή του «Οὐκέτι οὐδὲν ἀπεκρίθη ὧστε θαυμάζειν τὸν Πιλᾶτον» (παραβ. Mat 27:14) (παραβ. Sallust, Cat 52 De Confessis Sicuti de manifestis rerum capitalium more majorum supplicium sumundum»).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:11: Apoc 13:9 

Apoc 13:9: Mat 11:15

1) Η λ. Ἤκουσεν στο εδάφιο 1Co 2:9 περιλαμβάνεται σε πρόταση με πεζό ρυθμό.

2) Η λ. Ἠκουσθῇ στο εδάφιο Mat 2:18 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Jer 31:15, 16).

3) Η λ. Ἀκούσει στο εδάφιο Mat 11:5 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 35:5, 61:1).

4) Η λ. Ἀκούσει στο εδάφιο Mat 12:19 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 42:1- 4, 9).

5) Η λ. Ἀκούσετε στο εδάφιο Mat 13:14 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 6:9).

6) Η λ. Ἀκούωσιν στο εδάφιο Mar 4:12 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 6:9).

7) Η λ. Ἀκούουσιν στο εδάφιο Luk 7:22 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 29:18, 61:1).

8) Η λ. Ἀκούσεσθε στο εδάφιο Act 3:22 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Deu 18:15-18).

9) Η λ. Ἀκούσετε το εδάφιο Act 28:26 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 6:9, 10).

10) Η λ. Ἤκουσαν το εδάφιο Act 28:27 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 6:9, 10).

11) Η λ. Ἀκούειν (μη) στο εδάφιο Rom 11:8 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Deu 29:4).

12) Η λ. Ἀκηκόασιν (ουκ) στο εδάφιο Rom 15:21 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 52:15).

13) Η λ. Ἀκούεται στο εδάφιο Mar 8:18 αποτελεί παραπομπή σε σχετικό εδάφιο των Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Jer 3:21, Eze 12:2).

14) Η λ. Ἤκουσα στο εδάφιο Act 7:34 αποτελεί παραπομπή σε σχετικό εδάφιο των Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Exo 3:7).

15) Η λ. Ἤκουσεν στο εδάφιο 1Co 2:9 αποτελεί παραπομπή σε σχετικό εδάφιο των Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 64:4).

16) Η λ. Ἀκούσητε στο εδάφιο Heb 3:7, 15, 4:7 αποτελεί παραπομπή σε σχετικό εδάφιο των Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 95:7).

17) Στο εδάφιο Act 9:7 στη φράση «Ἀκούοντες μὲν τῆς φωνῆς» το ουσιαστικό «φωνῆς είναι σε πτώση γενική ενώ στο εδάφιο Act 22:9 είναι σε πτώση αιτιατική. Αυτό διευκρινίζει τη φαινομενική αντίφαση στην παράλληλο αφήγηση μεταξύ των άνω εδαφίων Act 9:7 και Act 22:9.

18) Η λ. Ἀκούω στο εδάφιο Rom 10:4 χρησιμοποιείται διπλά για έμφαση λόγω της σοβαρότητάς της.

19) Η λ. Ἠκούσατε αναφέρεται στο εδάφιο Act 1:4 στο οποίο εδάφιο υπάρχει μείξη ορθού και πλάγιου λόγου. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

20) Το βασικό στερητικό πρόθεμα Α- και Αν- της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας εκφράζει έλλειψη, στέρηση, απουσία και γενικά (εκφράζει) αντίθεση του δηλουμένου από το υπόλοιπο μέρος της λέξης (παραβ.: Ἄ-κακος Rom 16:18, Heb 7:26, Ἄ-καρπος Mat 13:22, Ἄ-νομος Luk 22:37, Act 2:23, Ἄ-σοφος Eph 5:15). Το στερητικό πρόθεμα Α- και Αν- προέρχεται από την Ι.Ε. ρίζα Ν- (ημίφωνο), η οποία είναι συνεσταλμένη μορφή της ρίζας Νε-, η οποία έχει διατηρηθεί στις λ. Νη-στεύω (Mat 4:2), Νη-στεία (Luk 2:37), Νῆ-στις (Mat 15:32). Σημειώνεται ότι το Α- εμφανίζεται όταν ακολουθεί σύμφωνο (παραβ. Ἄ-κακος Rom 16:18, Ἀ-κατάλυτος Heb 7:16). Το δε Αν- όταν ακολουθεί φωνήεν (παραβ. Ἀν-εξιχνίαστος Rom 11:33, Ἀν-επίλημπτος 1Ti 3:2).

21) Η σύνθετη λέξη Ἀκούω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

22) Η λ. Ἀκούω ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Audience, Ear, Hear, Hearer, Hearing, Hearken, Noise, Report.

Ἀκούω, f. ἀκούσομαι (never ἀκούσω), p. ἤκοα, Att. ἀκήκοα, Dor. ἄκουκα, and by later writers, ἤκουκα, plup. ἠκοκόειν, p. pas. ἤκουσμαι, to hear, listen to, attend to, understand, know, learn, obey, or mind; κακῶς ἀκούειν, in opposition to κακῶς λέγειν, signifies to be called or designated by an ignominious name, to be ill-spoken of, like male audire in Latin, or the English colloquial expression, to hear no good of one’s self; ἤκουον εἶναι πρῶτοι, they were called the first or chief; κακῶς φησὶν ἀκηκοέναι, he says he was injured by a disgraceful name or reputation, Dem.; εὖ ἀκούειν, to be well spoken of; εἴπερ ὀρθ’ ἀκούεις, if thou art rightly called, Œd. Tyr. 903; ἤκουον δ’ ἔγωγέ τινων (for παρά, ἀπό, or ἐκ τινων) I have heard from some persons, Demosth. Olynth.; ἀκούειν τινός, to obey some one, Diod. Sic. The mid. voice has an active sense; and the pres. act. is also used as a past time, ἀκούω, I have found out or heard, i. e. I know, Platon. Gorg.; to hear a cause, Cyrop. i, 2, 14; imperf. ind. ἤκουον, ες, ε, 1. a. pas. ἠκούσθην, 1. f. ἀκουσθήσομαι.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Caveo, Audio, Exaudio, Audire, Exaudire.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Hören.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Sentire.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Entendre.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Escuchar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Ouvir.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Horen.