Ευρετήριο

Ἄκρατος



ΡΙΖΑ: < Α- στερητ. + ΚΡΑΤΟΣ < ΚΕΡΑΝΝΥΜΙ «αναμειγνύω». (Βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 2 και 3).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αμιγής, καθαρός, αγνός, ανόθευτος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κεράννυμι Apoc 14:10.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἁγνός 2Co 7:11, Καθαρός Mat 5:8.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Μιγνύω Luk 13:1, Apoc 8:7, 15:2, Μῖγμα Joh 19:39.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, δικατάληκτο σε: -ος, -ος, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀκράτου: Γενική ενικού αρσενικού γένους.

ΝΟΜΟΙ-ΕΝΤΟΛΕΣ-ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ-ΠΡΟΣΤΑΓΕΣ-ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΕΙΣ:

Apoc 14:10: «κα ατς πεται κ το ονου το θυμο το θεο το κεκερασμνου κρτου ν τ ποτηρίῳ τς ργς ατο κα βασανισθσεται ν πυρ κα θείῳ νπιον γγλων γων κα νπιον το ρνου.»

Καθαρός, αγνός, χωρίς προσμίξεις, άμικτος, ανόθευτος, άψογος (από κάθε νοθεία, ανάμιξη και κατ’ επέκταση κακία, φθόνο και μίσος).

Σχετ. φράσεις: «οὐδεν κακόν ἀμιγές καλοῦ». Έχει φυσική και ηθική εφαρμογή.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 14:10: Psa 75:8  Apoc 11:18  Apoc 16:19  Apoc 20:10  Apoc 21:8

1) Η λ. Ἄκρατος χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η σύνθετη αυτή λ. Ἄκρατος (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Το βασικό στερητικό πρόθεμα Α- και Αν- της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας εκφράζει έλλειψη, στέρηση, απουσία και γενικά (εκφράζει) αντίθεση του δηλουμένου από το υπόλοιπο μέρος της λέξης (παραβ.: Ἄ-κακος Rom 16:18, Heb 7:26, Ἄ-καρπος Mat 13:22, Ἄ-νομος Luk 22:37, Act 2:23, Ἄ-σοφος Eph 5:15). Το στερητικό πρόθεμα Α- και Αν- προέρχεται από την Ι.Ε. ρίζα Ν- (ημίφωνο), η οποία είναι συνεσταλμένη μορφή της ρίζας Νε-, η οποία έχει διατηρηθεί στις λ. Νη-στεύω (Mat 4:2), Νη-στεία (Luk 2:37), Νῆ-στις (Mat 15:32). Σημειώνεται ότι το Α- εμφανίζεται όταν ακολουθεί σύμφωνο (παραβ. Ἄ-κακος Rom 16:18, Ἀ-κατάλυτος Heb 7:16). Το δε Αν- όταν ακολουθεί φωνήεν (παραβ. Ἀν-εξιχνίαστος Rom 11:33, Ἀν-επίλημπτος 1Ti 3:2).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Psa 75:8, Jer 32:1.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Mixture, Unmixed, Pure, Genuine.

῎Ακρατος, ου, ὁ, ἡ, unmixed, pure, genuine; ἄκρατος (οἶνος understood) wine unmixed with water; hence, in N. T. inebriating, strong, overpowering; violent, Thucyd. ii, 49; ὅσα ἄχραντόν τε καὶ μέγα τὸ δαιμόνιον ὡς ἀληθῶς καὶ ἄκρατον παρίστησιν, which describe the divinity as something truly uncontaminated and unmixed, i. e. without any thing of mortal weakness or imperfection, Longin. 9.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Merum, Meram, Puram Sincerus, Purus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Unmixed, Rein, Genuine.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Non miscelato, Puro, Genuino.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Sans mélange, Pur, Authentique.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Sin mezclar, Puro, Genuino.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Unmixed, Pure, Genuine.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Onvermengd, Pure, Genuine.