Ευρετήριο

Ἀμέθυστος



ΡΙΖΑ: < Α- στερητ. + ΜΕΘΥΩ, βλ.λ. ΜΕΘΥΩ. (Βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 2 και 3).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αμέθυστος, ημιπολύτιμος λίθος, παραλλαγή του χαλαζία σε χρώμα μοβ ή βιολετί.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Μεθύω Mat 24:49, Μεθύσκομαι Eph 5:18, Μέθυσος 1Co 5:11, Μέθη Rom 13:13.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἴασπις Apoc 21:19, Σάπφιρος Apoc 21:19, Χαλκηδών Apoc 21:19, Σμάραγδος Apoc 21:19, Σαρδόνυξ Apoc 21:20, Σαραῖον Apoc 21:20, Χρυσόλιθος Apoc 21:20, Βήρυλλος Apoc 21:20, Τοπάζιον Apoc 21:20, Χρυσόπρασος Apoc 21:20, Ὑάκινθος Apoc 21:20, Μαργαρίτης Apoc 21:21.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Ἀμέθυστος -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀμέθυστος: Ονομαστική ενικού.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 21:20: Exo 28:19  Exo 39:12

1) Η λ. Ἀμέθυστος χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Το βασικό στερητικό πρόθεμα Α- και Αν- της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας εκφράζει έλλειψη, στέρηση, απουσία και γενικά (εκφράζει) αντίθεση του δηλουμένου από το υπόλοιπο μέρος της λέξης (παραβ.: Ἄ-κακος Rom 16:18, Heb 7:26, Ἄ-καρπος Mat 13:22, Ἄ-νομος Luk 22:37, Act 2:23, Ἄ-σοφος Eph 5:15). Το στερητικό πρόθεμα Α- και Αν- προέρχεται από την Ι.Ε. ρίζα Ν- (ημίφωνο), η οποία είναι συνεσταλμένη μορφή της ρίζας Νε-, η οποία έχει διατηρηθεί στις λ. Νη-στεύω (Mat 4:2), Νη-στεία (Luk 2:37), Νῆ-στις (Mat 15:32). Σημειώνεται ότι το Α- εμφανίζεται όταν ακολουθεί σύμφωνο (παραβ. Ἄ-κακος Rom 16:18, Ἀ-κατάλυτος Heb 7:16). Το δε Αν- όταν ακολουθεί φωνήεν (παραβ. Ἀν-εξιχνίαστος Rom 11:33, Ἀν-επίλημπτος 1Ti 3:2).

3) Η σύνθετη αυτή λ. Ἀμέθυστος (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

4) Ο πολύτιμος λίθος ἀμέθυστος Exo 28:16, Apoc 21:20.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Exo 28:19, 39:12.

1) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Amethyst.

Ἀμέθυστος, ου, , , an amethyst; the antidote to drunkenness, as the amethyst was considered by the ancients. From α and μεθύω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Amethistus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Amethyst.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Ametista.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Améthyste.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Amatista.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Ametista.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Amethist.