Ευρετήριο

Ἀναβαίνω



ΡΙΖΑ: < ΑΝΑ + ΒΑΙΝΩ < *ΒΑΝ-JΩ / ΒΑΜ-JΩ < I.E. GWM-, συνεστ. βαθμ. της ρ. GWEM- "πηγαίνω, έρχομαι", πβ. σανσκρ. GAM-ATI "έρχεται", λατ. VENIO "έρχομαι". (Βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 6).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Από το χαμηλότερο μέρος διευθύνομαι στο υψηλότερο, ανεβαίνω, πηγαίνω προς τα επάνω.

2) Πορεύομαι, πηγαίνω, κατευθύνομαι (βλ. συντ. παρατ. A, Bi, Bii).

3) Διανοούμαι, σκέπτομαι (βλ. συντ. παρατ. Γi).

4) Προσπαθώ να ανέβω (βλ. συντ. παρατ. A, Bi).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐκβαίνω Heb 11:15, Διαβαίνω Act 16:9, Συναναβαίνω Mar 15:41, Ἐμβαίνω Mar 5:18, Ἀποβαίνω Joh 21:9, Καταβαίνω Mat 3:16, Ἐπιβαίνω Act 21:2, Προσαναβαίνω Luk 14:10, Ὑπερβαίνω 1Τh 4:6, Βαθμός 1Ti 3:13, Βάσις Act 3:7, Βάτος Luk 6:44, Βῆμα Act 7:5, Ἐπιβιβάζω Luk 10:34.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀνίστημι Mar 1:35, Ἐγείρομαι Mat 1:24, Εἰσέρχομαι Luk 9:46, Ἀνατέλλω Mat 4:16, Ἔρχομαι Joh 8:42, Ἀνέρχομαι Joh 6:3, Ἀφικνοῦμαι Rom 16:19, Ἐφίστημι Luk 2:9, Φθάνω 1Th 2:16, Προσεγγίζω Mar 2:4, Ἀποδημῶ Mat 25:14, Ἐξέρχομαι Mat 2:6, Ὁδοιπορῶ Act 10:9, Περιπατῶ Mat 4:18.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Εἰσπορεύομαι Mat 15:17, Ἐγγίζω Mat 3:2, Συνεισέρχομαι Joh 6:22, Εἴσειμι Act 3:3, Πορεύομαι Luk 7:22, Ὑπάγω Jac 2:16, Προέρχομαι Mat 26:39, Διοδεύω Act 17:1, Κατέρχομαι Luk 4:31, Καταβαίνω Mat 3:16.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα της α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἀναβαίνω, Πρτ. ἀνέβαινον, Μέλ. ἀναβήσω, ἀναβήσομαι, Αόρ. ἀνέβην, Πρκ. ἀναβέβηκα, Υπερσ. ἀνεβεβήκειν.

Μέσ. Ενεστ. ἀναβαίνομαι, Πρτ. ἀνεβαινόμην, Μέλ. μέσ. ἀναβήσομαι, Αόρ. παθ. ἀνεβάθην, Πρκ. ἀναβέβαμαι, Υπερσ. ἀνεβεβαίμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἀναβαίνω

Α) Αμετάβατο: αναβαίνω, πηγαίνω, πορεύομαι, κατευθύνομαι (Act 18:22 …Ἀναβάς καὶ ἀσπασάμενος τὴν ἐκκλησίαν…). (Γενικά δείχνει κίνηση από έναν τόπο σε κάποιον άλλο. Κάποιες φορές έχει την έννοια ότι κάποιος μετακινείται από έναν τόπο υψομετρικά χαμηλότερο ή γεωγραφικά νοτιότερο σε έναν τόπο που βρίσκεται πιο ψηλά, υψομετρικά ή γεωγραφικά).

Β) Μεταβατικό

i) + εμπρ. προσδ.: ανεβαίνω, πηγαίνω / κατευθύνομαι σε, πάνω σε, από κάπου… (Joh 7:8 …Ὑμεῖς ἀνάβητε εἰς τὴν ἑορτήν).

ii) + επιρρ.: ανεβαίνω, πηγαίνω, κατευθύνομαι κάπου (Apoc 4:1 …Ἀνάβα ὧδε).

iii) + ἐπί τὴν καρδίαν μου + απαρ.: σκέπτομαι/επιθυμώ/διανοούμαι να…

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀνάβα: β΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἀναβαίνει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἀναβαίνειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἀναβαίνομεν: α΄ πληθυντικό Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἀναβαίνοντα: Αιτιατική ενικού Μετοχής αρσενικού γένους, του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἀναβαίνοντας: Αιτιατική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1).

7) Ἀναβαίνοντες: Ονομαστική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Ἀναβαινόντων: Γενική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Ἀναβαίνουσι(ν): γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

10) Ἀναβαίνω: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Ἀναβαίνων: Ονομαστική ενικού Μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

12) Ἀναβάντα: Αιτιατική ενικού Μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

13) Ἀναβάντες: Ονομαστική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου β΄ ενεργητικής Φωνής.

14) Ἀναβάντων: Γενική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 4).

15) Ἀναβάς: Ονομαστική ενικού Μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

16) Ἀναβέβηκα: α΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

17) Ἀναβέβηκεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

18) Ἀναβήσεται: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 2).

19) Ἀναβῆτε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

20) Ἀναβαίνομεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

21) Ἀνέβαινον: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

22) Ἀνέβη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 3, 5).

23) Ἀνέβημεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

24) Ἀνέβην: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

25) Ἀνέβησαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 13:1: «Κα εδον κ τς θαλσσης θηρον ναβανον, χον κρατα δκα κα κεφαλς πτ κα π τν κερτων ατο δκα διαδματα κα π τς κεφαλς ατο νμα[τα] βλασφημας.»

Λίγο μετά την έναρξη της ημέρας του Κυρίου, το έβδομο κεφάλι επιτέθηκε στο λαό του Θεού – τους αδελφούς του Χριστού που απέμεναν στη γη (Mat 25:40).

Ο Ιησούς έδειξε ότι στη διάρκεια της παρουσίας Του ένα υπόλοιπο του σπέρματος θα ήταν δραστήριο πάνω στη γη (Mat 24:45-47, Gal 3:26-29). Η Αγγλοαμερικανική Παγκόσμια Δύναμη διεξήγαγε πόλεμο με αυτούς τους αγίους (Apoc 13:3,7). Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καταπίεσε το λαό του Θεού, απαγόρευσε ορισμένα έντυπά τους και έριξε στη φυλακή τους εκπροσώπους της οργάνωσης του Ιεχωβά. Ναι, το έβδομο κεφάλι του θηρίου κατάφερε σχεδόν να νεκρώσει το έργο κηρύγματος για κάποιο περίοδο.

Ο Ιεχωβά προείδε αυτή τη δραματική εξέλιξη και την αποκάλυψε στον Ιωάννη. Είπε επίσης στον Ιωάννη ότι το δευτερεύον μέρος του σπέρματος θα επανερχόταν στη ζωή και θα αναλάμβανε αυξημένη πνευματική δράση (Apoc 11:3, 7-11). Η Ιστορία των σύγχρονων υπηρετών του Ιεχωβά επαληθεύει αυτά τα γεγονότα.

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ-ΕΔΑΦΙΑ:

Act 7:23: «Ἀνέβη ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν ἐπισκέψασθε».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 4:1: Ge 28:12  Apoc 11:12

Apoc 11:12: Psa 50:5  Psa 147:2  Apoc 4:1

1) Η λ. Ἀναβαίνοντας στο εδάφιο Joh 1:51 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Gen 28:12).

2) Η λ. Ἀναβήσεται στο εδάφιο Rom 10:6 αποτελεί παραπομπή σε σχετικό εδάφιο των Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Deu 9:4, 30:12).

3) Η λ. Ἀνέβη (οὐκ) στο εδάφιο 1Co 2:9 αποτελεί παραπομπή σε σχετικό εδάφιο των Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 64:4).

4) Η λ. Ἀναβάς στο εδάφιο Eph 4:8 αποτελεί παραπομπή σε σχετικό εδάφιο των Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 68:18).

5) Η αναγραφή του ρήματος Τὸ δὲ ἀνέβη στο εδάφιο Eph 4:9 εμφανίζει συνάρτηση του άρθρου με ρήμα. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί (αρχαιοελληνικό) ιδιωματισμό ο οποίος περιλαμβάνεται στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινή Διαθήκη) (παραβ. Mat 19:19, Rom 13:9, Gal 5:14).

6) Η σύνθετη αυτή λ. Ἀναβαίνω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 24:16, 26:23.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Anabasis, Anabatic, Anabathmos, Anabathrum.

β) (ΑΓΓΛΙΚΑ): Arise, Ascend, Climb up, Come, Enter, Go grow, Rise, Spring.

Ἀναβαίνω. f. βήσομαι, p. βέβηκα, 1. aor. ἀνέβησα, 2. aor. ἀνέβην, part. ἀναβάς, inf. ἀναβῆναι, poet. ἀναβήθεναι (1) in an active sense, in the future, act. and 1. a. act. and mid, to cause or order to ascend or go into a ship, etc., used by the poets; (2) most frequently used in the other tenses, both act. and mid., in a neuter or intransitive sense, to ascend, mount, or go up; to go up from the sea-coast into the interior of a country or to its capital city; to rise up or grow, as planats; it is construed with an accus. as οὐρανόν, Iliad i, 437, and with the prepositions, εἰς, ἀνά, and ἐπί· also with the dat. as, νεκροῖς ἀναβαίνοντες, treading on the dead bodies, Iliad x, 493; to devolve upon, Herod. i, 09; to turn out or happen, Herod. vii, 10.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Ascendere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Climb.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Salite.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Grimpez.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Escalar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Subir.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Klimmen.