Ευρετήριο

Ἀναγινώσκω



ΡΙΖΑ: < Ἀνά + γινώσκω, (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 4 και 5). Βλ.λ. Ἀνά, Γινώσκω.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Διαβάζω, κάνω ανάγνωση ένα κείμενο, (συνεκδ.) γνωρίζω μέσω ανάγνωσης.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀνά Luk 10:1, Ἀνάγνωσις Act 13:15, Γνώμη Act 20:3, Γνωρίζω Act 2:28, Γνῶσις Rom 2:20, Γινώσκω Mat 24:32, Mar 13:28,29, Ἐπιγινώσκω Mat 7:16, Γνώστης Act 26:3, Γνωστός Rom 1:19.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀνακρίνω Luk 23:14, Οἶδα Mat 25:12, Mar 1:24, Γνωρίζω Luk 2:15, 17, Joh 17:26.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὁμιλῶ Luk 24:14,15.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἀναγινώσκω, Πρτ. ἀνεγίνωσκον, Μέλ. ἀναγνώσομαι, Αόρ. ἀνέγνων, Πρκ. ἀνέγνωκα, Υπερσ. ἀνεγνώκειν.

Μέσ. Ενεστ. ἀναγινώσκομαι, Πρτ. ἀνεγινωσκόμην, Μελ. παθ. ἀναγνωσθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐκυριευσάμην, Αόρ. παθ. ἀνεγνώσθην, Πρκ. ἀνέγνωσμαι, Υπερσ. ἀνεγνώσμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἀναγινώσκω

Α) Αμετάβατο: διαβάζω, αναγιγνώσκω (Mat 24:15 …Ὁ ἀναγινώσκων νοείτω).

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: διαβάζω κάτι (Mat 22:31 …Οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ρηθέν ὑμῖν ὑπό τοῦ Θεοῦ),

ii) + ειδ. πρ.: διαβάζω ότι… (Mat 19:4 …Ἀνέγνωτε ὅτι ὁ κτίσας ἀπ’ ἀρχῆς ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς),

iii) + πλαγ. ερωτ. πρ.: διαβάζω κάτι (Mat 12:3 …Ἀνέγνωτε τὶ ἐποίησεν Δαυΐδ…).

2) Ἀναγινώσκομαι

Α) Αμετάβατο: διαβάζομαι (1Th 5:27 …Ἐνορκίζω… Ἀναγνωσθῆναι τὴν ἐπιστολήν…).

Β) Μεταβατικό

i) + ποιητ. αιτ.: διαβάζομαι από… (Col 4:14 …Ὅταν ἀναγνωσθῇ παρ’ ὑμῖν ἡ ἐπιστολή…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀναγινώσκοντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἀναγινώσκεις: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1).

3) Ἀναγινώσκετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἀναγινώσκηται: γ΄ ενικό Υποτακτικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Ἀναγινωσκομένας: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Ἀναγινωσκομένη: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

7) Ἀναγινωσκόμενος: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

8) Ἀναγινώσκοντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Ἀναγινώσκοντος: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

10) Ἀναγινώσκων: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 2).

11) Ἀναγνόντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

12) Ἀναγνούς: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

13) Ἀναγνῶναι: Απαρέμφατο Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

14) Ἀναγνωσθῇ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

15) Ἀναγνωσθῆναι: Απαρέμφατο Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

16) Ἀνάγνωτε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

17) Ἀνεγίνωσκεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

18) Ἀνέγνωσαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

19) Ἀνέγνωτε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 3).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:3: Psa 1:2  1Ti 4:13

1) Η λ. στη φράση: «Ἄραγε γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;» (Act 8:30) αποτελεί έκφραση-λογοπαίγνιο (παρονομασία και παρήχηση) της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται στο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη) (παραβ. Φθόνου-φόνου Rom 1:29, Κακούς κακῶς ἀπολέσει αὐτοὺς (Mat 21:41) κ.α.

2) Η λ. στη φράση: «Ὁ ἀναγινώσκων νοείτω» (Mat 24:15) χρησιμοποιείται ως επεξήγηση (ή ως παρένθεση). Το φαινόμενο αποτελεί «αρχαιοελληνικό ιδιωματισμό» το οποίο χρησιμοποιείται και στις Χριστ. Ελλην. Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Ἀνέγνωτε στο εδάφιο Mat 21:16 περιλαμβάνεται σε μια «πρόταση κατά παράταξη» αντί της «σύνταξης καθ’ υπόταξη». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

4) Η σύνθετη αυτή λ. Ἀναγινώσκω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

5) Η λ. Ἀναγινώσκω ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Deu 17:19, Hsa 29:11.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Anaginoskomena, Anagnost.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Read.

Ἀναγινώσκω, Attic. ἀναγιγνώσκω, 1. f. m. ἀναγνώσομαι· perf. act. ἀνέγνωκα, 1. aor. ἀνέγνωσα, in the Ion. writers, 2. aor. ἀνέγνων, most frequently, to read; recognise, acknowledge; to know accurately; to distinguish, Herodian; to advise or persuade, herodot. vii, 10; part. ἀναγνούς, having read, Xen. Anab. iii, 15; p. pas. ἀνέγνωσμαι, σαι, ται, 1. a. pas. ἀνεγνώσθην. Th. γινώσκω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Legere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: lesen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Leggi

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Lire.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Leer.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Ler.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Lezen.