Ευρετήριο

Ἀναπαύω




ΡΙΖΑ: < ΑΝΑ + ΠΑΥΩ, (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 2 και 3) (βλ.λ. Παύω).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Αναπαύω, ξεκουράζω, ανακουφίζω, αναψύχω, αναζωογονώ (βλ. συντ. παρατ. 1Ai, 2A).

2) Σταματώ, αναπαύομαι (βλ. συντ. παρατ. 2A).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀνά Luk 10:1, Παύω Luk 8:24, Eph 1:16, Συναναπαύομαι Rom 15:32, Ἀνάπαυσις Mat 11:29, Καταπαύω Act 14:18, Ἐπαναπαύω Luk 10:6.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἡσυχάζω Luk 23:56, Ἄνεσις Act 24:23, Ἀναψύχω 2Ti 1:16, Κοπάζω Mat 14:32.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἐργάζομαι Mat 7:23, Κοπιῶ Mat 6:28, Καταπονοῦμαι Act 7:24, 2Pe 2:7, Μόχθος 2Co 11:27, Γρηγορῶ Mat 24:42, Mar 13:34, 35, 37.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἀναπαύω, Πρτ. ἀνέπαυον, Μέλ. ἀναπαύσω, Αόρ. ἀνέπαυσα, Πρκ. ἀναπέπαυκα, Υπερσ. ἀνεπεπαύκειν.

Μέσ. Ενεστ. ἀναπαύομαι, Πρτ. ἀνεπαυόμην, Μέλ. μέσ. ἀναπαύσομαι, Αόρ. μέσ. ἀνεπαυσάμην, Πρκ. ἀναπέπαυμαι, Υπερσ. ἀνεπεπαύμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἀναπαύω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: αναπαύω κάποιον, ανακουφίζω, ξεκουράζω κάποιον (…Δεῦτε πρὸς με πάντες οἱ κοπιῶντες… καγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς).

2) Ἀναπαύομαι

Α) Αμετάβατο: αναπαύομαι, ξεκουράζομαι (Mat 11:28 …Καθεύδετε ταὸ λοιπόν καὶ ἀναπαύεσθε…), παύω, σταματώ (Mat 26:45 …Ἵνα ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀναπαύσονται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἀναπαύεσθε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἀναπαύεται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Ἀναπαύου: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Ἀναπαύσασθε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Ἀνάπαυσον: β΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Ἀναπαύσω: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

8) Ἀναπέπαυται: γ΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

9) Ἀνέπαυσαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 6:11: Apoc 3:5  Apoc 4:4  Mat 24:9  Act 9:1  2Co 1:8

Apoc 14:13: Col 3:3  Rom 6:3  1Co 15:51  1 Th 4:16

1) Η λ. Ἀναπαύω ταυτίζεται στα εδάφια Mat 11:28 και 29 με εκείνη που χρησιμοποιεί η μετάφραση των Εβδομήκοντα για να αποδώσει την Εβρ. Λέξη που σημαίνει "Σάββατο" ή "τήρηση του Σαββάτου" (Exo 16:23).

2) Η σύνθετη αυτή λ. Ἀναπαύω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Ἀναπαύω ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Exo 23:12.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Anapausis.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Ease, Refresh, Rest.

Ἀναπαύω, f. σω, p. κα, to cause to rest or stop, to cause to cease; to refresh or restore by rest; ἀναπαύομαι, f. σομαι, to cease; to refresh or restore by rest; ἀναπαύομαι, f. σομαι, to cease, to rest, repose, remit, leave off, halt; sometimes followed by a participle, Xen. Anab. iv, 2, 3; in N. T. to relieve from cares, recreate; p. pas. ἀναπέπαυμαι, 1. a. m. ἀνεπαυσάμην, in mid. to rest one’s self.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Requiescere, Reficere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Erholung.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Riposo.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Reste.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Resto.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Resto.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Rest.