Ευρετήριο

Ἄνεμος



ΡΙΖΑ: < Ι.Ε. *AN..- "φυσώ, πνέω", πβ. σανσκρ. ANILAH "πνοή, άνεμος", λατ. ANIMA "πνοή, άνεμος", ANIMUS "ψυχή".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Άνεμος, αέρας.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀνεμίζω Jac 1:6.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πνοή Act 2:2, Πνεῦμα Joh 3:8, Πνέω Act 27:40, Τυφωνικός Act 27:14.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Ἄνεμος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἄνεμοι: Ονομαστική πληθυντικού.

2) Ἀνέμοις: Δοτική πληθυντικού.

3) Ἄνεμον: Αιτιατική ενικού.

4) Ἄνεμος: Ονομαστική ενικού.

5) Ἀνέμου: Γενική ενικού (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 2).

6) Ἀνέμω: Δοτική ενικού.

7) Ἀνέμων: Γενική πληθυντικού (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 7:1: Jer 25:32

1) Η λ. Ἀνέμων στο εδάφιο Jac 3:4 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων (Εδώ από τη ναυτιλία). Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἀνέμου στο εδάφιο Mat 4:35, 39, 41, Act 27:7, 14 μεταφέρει μια εικόνα η οποία περιλαμβάνεται σε μια αναφορά που η επίδραση της φύσης στο θέμα αυτό προδίδει το αίσθημα της εξαιρετικής εκτίμησης που είχαν στη φύση οι θεόπνευστοι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). Ως περιγραφή αποτελεί λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Exo 10:13, 14:21.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Wind.

Ἄνεμος, ου, , the wind, a breeze, the breath, gen. ἀνέμοιο· Ion. dat. pl. ἀνέμοιτι. Hence ἀνεμόεις, εντος, ἀνεμώδης, εος, ἀνεμόω, ῶ, ἀνείδιος, ου, ἀνέμιος, ἀνεμιαῖος. From ἄημι.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Anima, Animus, Ventus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Wind.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Fiato.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Vent.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Viento.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Vento.