Ευρετήριο

Δῶρον



ΡΙΖΑ: < θ. ΔΩ-, από όπου προέρχεται και το ΔΙΔΩΜΙ "δίνω", βλ. λ. ΔΙΔΩΜΙ (1198).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Δώρο, χάρισμα, αφιέρωμα (στον Θεό), προσφορά που ριχνόταν στο θησαυροφυλάκιο του ναού.

2) Εκούσια, προαιρετική προσφορά σε κάποιον, με χαρωπή διάθεση. Διακρίνεται σε υλικό και πνευματικό δώρο.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Δίδωμι Luk 2:24, Ἐπιδίδωμι Luk 11:12, Δωρεά Joh 4:10, Δωρεάν Mat 10:8, Δωρῶ Mar 15:45, Δώρημα Jac 1:17.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Χάρισμα Rom 5:15, Χάρις 2Co 8:4, Λῦτρον Mat 20:28, Ἀντίλυτρον 1Ti 2:6, Λύτρωσις Heb 9:12, Αἰτία 2 Ti 1:6, 12, Ἐλευθερῶ Joh 8:32, Δόσις Phl 4:15, Προσφορά Eph 5:2, Μερισμός Heb 2:4, Ἐξαγοράζω Col 3:13, 4:5.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Δουλεία Gal 4:24, 5:1, Ἁμαρτία Act 3:19.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Δῶρον, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Δῶρα: Αιτιατική πληθυντικού.

2) Δώροις: Δοτική πληθυντικού.

3) Δῶρον: Ονομαστική κ' αιτιατική ενικού.

4) Δώρῳ: Δοτική ενικού.

ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ:

Αίνος στις συναθροίσεις

Σήμερα, όπως και σε παλιότερους καιρούς, υπάρχουν προμήθειες ώστε ο κάθε πιστός ατομικά να εκφράζει την πίστη του «στο μέσο της εκκλησίας». Μια ευκαιρία που παρέχεται σε όλους είναι το να κάνουμε σχόλια στις συναθροίσεις απαντώντας σε ερωτήσεις που απευθύνονται στο ακροατήριο.

Ποτέ να μην υποτιμάτε το καλό που μπορεί να επιτευχθεί με αυτόν τον τρόπο. Λόγου χάρη, σχόλια που δείχνουν πώς μπορούν να υπερνικηθούν ή να αποφευχθούν προβλήματα ενισχύουν την αποφασιστικότητα των αδελφών μας να ακολουθούν τις Γραφικές αρχές. Σχόλια που εξηγούν

Γραφικές περικοπές οι οποίες αναφέρονται αλλά δεν παρατίθενται ή που περιλαμβάνουν σκέψεις οι οποίες σταχυολογήθηκαν από προσωπική έρευνα μπορούν να παρακινήσουν τους άλλους να αναπτύξουν καλύτερες συνήθειες μελέτης.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 11:10: Psa 35:15  Pro 24:17  Luk 23:12

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Lev 1:2, 7:36 (Heb 8:3).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Gift, Offering.

Δῶρον, ου, τό, a free gift or present, Demosth. 343, 9; an offering, a sacrifice; the lesser span, or hand’s breadth; δῶρων γραφή, an indictment for bribery; δῶρα Ἀφροδίτης, the pleasures of love, Il. iii, 54; δῶρον διδόναι, or φέρειν, to give a present.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Munus, Donum.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Gabe, Opfer.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Regalo, Offerta.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Cadeau, Offrande.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Regalo, Ofrenda.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Presente, Oferenda.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Gift, Offering, Cadeau.