Ευρετήριο

Πάσχω







ΡΙΖΑ
: < *ΠΑΘ-ΣΚΩ < θ. *ΠΑΘ-, συνεσταλμ. βαθμ. του θ. ΠΕΝΘ- < Ι.Ε. *QWENTH- "υποφέρω".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Πάσχω, υποφέρω, παθαίνω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Προπάσχω 1Th 2:2, Συμπάσχω Rom 8:17, Ὁμοιοπαθής Jac 5:17, Ποθητός Act 26:23.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὑπέχω Jud 7, Κακουχῶ Heb 11:37, Συγκακουχοῦμαι Heb 11:25, Ὑπομένω 2Ti 2:12.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀπαλγῶ Eph 4:19, Ὑπομένω Mat 10:22, 24:13, Mar 13:13.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ:

Ενεστ. πάσχω, Πρτ. ἔπασχον, Μελλ. πείσομαι, Αόρ. ἔπαθον, Πρκ. πέπονθα, Υπερσ. ἐπεπόνθειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

Συντακτικές παρατηρήσεις:

1) Πάσχω

Α) Αμετάβατο: υποφέρω, πάσχω, παθαίνω (Heb 5:8 … Ἔμαθεν ἀφ’ ὦν ἔπαθεν τὴν ὑπακοήν…).

Β) Μεταβατικό:

i) + αιτ.: παθαίνω κάτι, υφίσταμαι κάτι, υπομένω κάτι (Mat 16:21 …Ὅτι δεῖ αὐτὸν…. πολλά παθεῖν),

ii) + ποιητ. αίτ.: παθαίνω από κάποιον, υποφέρω από κάποιον (Mar 5:26 …Πολλά παθοῦσα ὑπό πολλών ἰατρῶν…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἔπαθεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐπάθετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἔπαθον: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

4) Παθεῖν: Απαρέμφατο Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

5) Παθόντας: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

6) Παθόντος: Γενική ενικού μετοχή αρσενικού γένου του Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

7) Παθοῦσα: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

8) Παθῶν: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένου του Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

9) Πάσχει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

10) Πάσχειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Πάσχετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

12) Πασχέτω: γ΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

13) Πάσχοιτε: β΄ πληθυντικό Ευκτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

14) Πάσχομεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Πασχόντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

16) Πάσχω: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

17) Πάσχων: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

18) Πεπόνθασιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

19) Πέπονθεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 2:10: «μηδὲν φοβοῦ ἃ μέλλεις πάσχειν. ἰδοὺ μέλλει βάλλειν ὁ διάβολος ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν ἵνα πειρασθῆτε καὶ ἕξετε θλῖψιν ἡμερῶν δέκα. γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:10: Mat 10:28

1) «Ἔμαθεν ἀφ’ ὦν ἔπαθεν» (Heb 5:8). Έκφραση η οποία απαντά ως παροιμία στον Αισχύλο (Αγαμ. 170).

2) Η λ. Ἔπαθεν στο εδάφιο Heb 5:8 αποτελεί έκφραση-λογοπαίγνιο (παρονομασία και παρήχηση) της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται στο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Πάσχει στο εδάφιο 1Co 12:26 μεταφέρει μια εικόνα ανθρώπινου σώματος και μελών με την αρμόζουσα σημασία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

4) Η λ. Παθοῦσα στο εδάφιο Mat 5:26 αποτελεί έκφραση-λογοπαίγνιο (παρονομασία και παρήχηση) της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται στο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ:

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: suffer, ail

πάσχω, f. m. πείσομαι, 2. a. ἔπαθον, inf. παθεῖν, part. παθῶν, 2. pf. πέπονθα, also πέπηθα, from obsol. πήθω, Odys. xvii, 555; πεπθαθυίῃ· the radical meaning is, to be subjected to action from without, one’s self being passive; to suffer, to be affected with or towards, with πρός· οἷόν τι πρὸς αὐτὴν πεπονθὼς τυγχάνω, Plat. Tim. 49, B; to experience joy or sorrow, good or bad fortune; to feel (particularly in Plat. Apol. Locr. i, quoted below); εὖ πάσχειν, to receive favor, to be well treated; κακῶς πάσχειν, to be ill treated; καὶ κακῶς πάσχουσ’ ὅμως, although in evil plight, Eurip. Med. 282; παθεῖν μὲν εὖ, παθεῖν δὲ θάτερ, to be fortunate and the reverse, Soph. Phil. 501; πολλὰ καὶ δεινὰ πεπόνθασι, they have suffered many grievous calamities, Dem. de Coron. in Coll. Maj. iii, 154; τὰ... πεπονθὼς εἴη, what he had suffered, Herodt. i, 54; ταὐτὸν οὖν ἔγωγε τοῦτο πάσχω καὶ πρὸς τοὺς φιλοσοφοῦντας, I have then the very same feeling towards philosophers also, Plat. Gorg. 485, A; τοιουτονί τι πάθος πεπονθότων ἁπάντων, and all being in some sort affected with the same feeling (the cognate noun with the verb), Dem. de Coron. 241, 4; οὐδὲν δεινὸν πάσχετε, you experience nothing strange or wonderful, Tab. Ceb. 1; οἷον καὶ Ζεῦξις πρὸς Πολύγνωτον πέπονθεν, as (among painters) Zeuxis is when compared with Polygnotus, Aristot. Poet. 6; τί παθών; on what account? wherefore? why? τί πάθω; what a state am I in? τί γὰρ πάθω; for how can I help myself? Plat. Euthyd. 302, D; τί ἂν πάθοιμι; what could I do? πάσχειν τι πρός τινα, to be affected towards another, to have love or affection for; ὅτι μὲν ὑμεῖς πεπόνθατε, how you may have been affected, Xen. Apol.; τί χρῆμα πάσχεις; what ails you? Aristoph. Nub. 813; τί παθοῦσαι; what has happened to them? Id. 339; πάσχει δὲ ταὐτὸ τοῦτο, is in the same condition, Id.; τί πείσομαι; what shall I gain by it? Id. 461; τί γὰρ παθόντ’ εἰς τοὺς θεοὺς ὑβρίζετον; what business had you to insult the gods? Id. 1510; πείσομαι ὡς σὺ κελεύεις, I will do as you cominand, Il. xxiii, 96; οἱ παθόντες, sufferers, patients; τί μαθών is often improperly used for τί παθών (see μανθάνω). Hence πάθημα, ατος, τό, a misfortune, affliction; πάθος, εος, τό, passion; ἀντιπάθεια, ας, ἡ, antipathy; συμπάθεια, ας, ἡ, sympathy; also, pity.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: patior, hoc mihi accidit, ago, patio, recipio, accipio, succipio, suscipio, capio, egeo

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: leiden, erleiden, dulden, erdulden, erfahren, erleben, kranken, davontragen

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: soffrire, subire, patire, sopportare, tollerare, penare

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: souffrir, subir, pâtir, supporter, endurer, tolérer

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: sufrir, padecer, experimentar, pasar, aguantar

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: sofrer, padecer, suportar, experimentar, passar por

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ:Lijden.