Ευρετήριο

Ναύτης





ΡΙΖΑ:
< ΝΑΥΣ "πλοίο" (βλ.λ. Ναῦς).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ναύτης θαλασσινός, μέλος του πληρώματος ενός πλοίου.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ναῦς Act 27:41, Ναύκληρος Act 27:11, Ναυαγῶ 1Ti 1:19.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πλοῖον Jac 3:4, Πλοιάριον Mar 3:9, 4:36, Joh 6:24, 21:8.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ναύκληρος Act 27:11.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Ναύτης, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ναῦται: Ονομαστική πληθυντικού.

2) Ναυτῶν: Γενική πληθυντικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 18:17: «ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη ὁ τοσοῦτος πλοῦτος. Καὶ πᾶς κυβερνήτης καὶ πᾶς ὁ ἐπὶ τόπον πλέων καὶ ναῦται καὶ ὅσοι τὴν θάλασσαν ἐργάζονται, ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:17: Pro 11:4  Hsa 23:14  Jek 27:27

1) Η λ. Ναῦται στο εδάφιο Act 27:27, 30 μεταφέρει μια εικόνα πλοίου η οποία περιλαμβάνεται σε μια αναφορά που έχει η επίδραση της φύσης στο θέμα αυτό, στο οποίο προδίδει το αίσθημα της εξαιρετικής εκτίμησης που είχαν στη φύση οι θεόπνευστοι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). Ως περιγραφή αποτελεί λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ναῦται χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): (Ναύτης) 1Ki 9:27, Joh 1:5.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Mariner, Sailor.

Ναύτης, ου, , a mariner, a sailor; ναύταν (as an adjective) ὅμιλον, the naval host; also, a marine soldier, Xen. Hist. i, 1, 16; Eurip. hec. 909. Fr. ναῦς.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Nauta.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Seemann.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Marinaio.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Marin.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Marinero.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Marinheiro.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Matroos.