Ευρετήριο

Ξηραίνω






ΡΙΖΑ: < ΞΗΡΟΣ (βλ.λ. Ξηρός).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αποξηραίνω, στεγνώνω, ξηραίνω, μαραίνω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ξηρός Mat 12:10.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἄνυδρος Mat 12:43.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀναψυχῶ 2Ti 1:16, Ὑγρός Luk 23:31.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ξηραίνω, Πρτ. ἐξήραινον, Μέλ. ξηράνω, Αόρ. ἐξήρανα.

Μέσ. Ενεστ. ξηραίνομαι, Πρτ. ἐξηραινόμην, Μελ. παθ. ξηρανθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐξηράνθην, Πρκ. ἐξήραμμαι.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ξηραίνω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: ξηραίνω κάτι (Jac 1:11 …Ὁ ἥλιος …ἐξήρανεν τὸν χόρτον).

2) Ξηραίνομαι

Α) Αμετάβατο: ξηραίνομαι (Mar 5:29 …Ἐξηράνθη ἡ πηγή τοῦ αἵματος…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐξηραμμένην: Αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἐξήρανεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἐξηράνθη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Ἐξήρανται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Ξηραίνεται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ:

Ξηράνθη (Ευφράτης) (Apoc 16:12)

Όταν η αρχαία Βαβυλώνα βρισκόταν στην ακμή της, τα άφθονα νερά του Ευφράτη αποτελούσαν σημαντικό μέρος του αμυντικού της συστήματος. Το 539 Π.Κ.Χ., αυτά τα νερά στέρεψαν όταν ο Πέρσης ηγέτης Κύρος άλλαξε το ρου τους. Με αυτόν τον τρόπο, ανοίχτηκε ο δρόμος για τον Κύρο τον Πέρση και τον Δαρείο τον Μήδο, τους βασιλιάδες από «την ανατολή του ήλιου» (δηλαδή από τα ανατολικά), ώστε να μπουν στη Βαβυλώνα και να την κατακτήσουν.

Στην κρίσιμη ώρα, ο ποταμός Ευφράτης δεν στήριξε την άμυνα εκείνης της μεγάλης πόλης. (Hsa 44:27–45:7· Jer 51:36) Κάτι παρόμοιο πρόκειται να συμβεί στη σύγχρονη Βαβυλώνα, το παγκόσμιο σύστημα της ψεύτικης θρησκείας.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 14:15: «κα λλος γγελος ξλθεν κ το ναο κρζων ν φων μεγλ τ καθημν π τς νεφλης· πμψον τ δρπανν σου κα θρισον, τι λθεν ρα θερσαι, τι ξηρνθη θερισμς τς γς.»

Σε εκπλήρωση του οράματος που δόθηκε στον Ιωάννη, ο Ιησούς διεξάγει ένα παγκόσμιο έργο θερισμού. «Ο θερισμός της γης» άρχισε με τη συγκομιδή των υπόλοιπων από τους 144.000 «γιους της βασιλείας», «το σιτάρι» της παραβολής τους Ιησού (Mat 13:24-30, 36-41).

Η διαφορά ανάμεσα στους αληθινούς και στους ψεύτικους Χριστιανούς έγινε πιο ξεκάθαρη από ποτέ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμβάλλοντας μάλιστα στο δεύτερο στάδιο «του θερισμού της γης» - τη σύναξη των άλλων προβάτων. Αυτοί δεν είναι «οι γιοι της βασιλείας», αλλά είναι «ένα μεγάλο πλήθος»πρόθυμων υπηκόων αυτής της Βασιλείας. Θερίζονται μέσα από «όλους τους λαούς, τις εθνότητες και τις γλώσσες».

Υποτάσσονται στη Μεσσιανική Βασιλεία, η οποία αποτελείται από τον Χριστό Ιησού και τους 144.000 αγίους που θα είναι μαζί του σε εκείνη την ουράνια κυβέρνηση (Apoc 7:9).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 16:12: Hsa 44:27  Jer 50:38.

1) Η λ. Ἐξηράνθη στο εδάφιο Mat 13:6 μεταφέρει μια εικόνα βλάστησης η οποία περιλαμβάνεται σε μια αναφορά που έχει η επίδραση της φύσης στο θέμα αυτό, στο οποίο προδίδει το αίσθημα της εξαιρετικής εκτίμησης που είχαν στη φύση οι θεόπνευστοι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). Ως περιγραφή αποτελεί λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἐξηράνθη στο εδάφιο 1 Pe 1:24 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 40:6-8).

3) (Μεταφορ.) «κακουχεῖ αὑτὸν καὶ ξηραίνει» Mar 9:18.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Dry, Parch, Over-Ripe, Pine Away, Ripe, Wither.

Ξηραίνω, f. ανῶ, to dry; to parch; to make dry; to drain, to empty; of the body, to pine away, to wither, Mark iii, 1; pas. to be dried up; to dry up, like a stream; 1. a. ἐξήρανα, pf. pas. ἐξήραμμαι, part. pf. pas. ἐξηραμμένος, 1. a. pas. ἐξηράνθην, f. pas. ξηρανθήσομαι. Th. ξηρός.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Serenus, Seresco, Sicco, Arefacio.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Dörren.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Bruciacchiare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Dessécher.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Tostar, Parch.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Tostar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Versmachten.