Ευρετήριο

Ξύλινος






ΡΙΖΑ: < ΞΥΛΟΝ + επίθ. -ΙΝΟΣ (βλ.λ. Ξύλον).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ο εκ ξύλου, ξύλινος, αυτός που αποτελείται ή έχει κατασκευαστεί από ξύλο.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ξύλον 1Co 13:12.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Δένδρον Mat 6:3, Ράβδος Mat 10:10, Ὕλη Jac 3:5.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Λίθινος 2Co 3:3, Apoc 9:20.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ος, -η, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ξύλινα: Ονομαστική πληθυντικού ουδετέρου γένους.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 9:20: «Καὶ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, οἳ οὐκ ἀπεκτάνθησαν ἐν ταῖς πληγαῖς ταύταις, οὐδὲ μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων τῶν χειρῶν αὐτῶν, ἵνα μὴ προσκυνήσουσιν τὰ δαιμόνια καὶ τὰ εἴδωλα τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ καὶ τὰ χαλκᾶ καὶ τὰ λίθινα καὶ τὰ ξύλινα, ἃ οὔτε βλέπειν δύνανται οὔτε ἀκούειν οὔτε περιπατεῖν»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 9:20: Deu 31:29  Jer 5:3  Deu 32:17  Psa 106:37  1 Co 10:20  Psa 115:4  Psa 135:15  Hsa 44:9  Jer 10:5  Dan 5:23

1) Η λ. Ξύλινος χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Wooden.

Ξύλινος, ίνη, ινον, wooden, Xen. Anab. v, 2, 5; made of wood; of cotton, LXX.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Ligneus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Hölzern.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Di Legno.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: En Bois.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: De Madera.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: De Madeira.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Houten.