Ευρετήριο

Ὀδούς



ΡΙΖΑ: ΙΝΔ/Ε: ΕΔ-ΜΙ (ἐσθίω) ΟΜΗΡ. (απαρέμφατο): ΕΔΜΕΝΑΙ, ΟΔΟΥΣ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Δόντι.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὁμιλῶ Luk 24:14, Ἐσθίω Mat 9:11, Τρώγω Mat 24:38, Φάγω Mat 6:25, Φαγός Mat 11:19, Βιβρώσκω Joh 6:13, Βρῶμα Rom 14:15, Βρῶσις Joh 4:32, Βρώσιμον Luk 24:31, Δάκνω Gal 5:16.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Γλῶσσα Phl 2:11, Στόμα Mat 4:4.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Ὀδούς, -όντος.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ὀδόντα: Αιτιατική ενικού.

2) Ὀδόντας: Αιτιατική πληθυντικού.

3) Ὀδόντες: Ονομαστική πληθυντικού.

4) Ὀδόντος: Γενική ενικού.

5) Ὀδόντων: Γενική πληθυντικού.

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ-ΕΔΑΦΙΑ:

(Ο΄) Psa 77:30: «ὀδοὺς πέτρας, ἐξέχον αὐτῆς μέρος ἐν εἴδει ὀδόντος».




1) Η λ. Ὀδόντα στο εδάφιο Mat 5:38 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Exo 21:24).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Tooth.

Ὀδούς, όντος, , a tooth; the pestle of a mortar; the point of any thing; dat. pl. ὀδοῦσι.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Dentem, Dens.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Zahn.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Dente.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Dent.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Diente.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Dente.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Tand.