Ευρετήριο

Ὀλίγος



ΡΙΖΑ: Αβεβαίου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ολίγος, μικρός, σπάνιος.

2) (Με απαρέμφ.) πολύ ολίγος δια να πράξη τι, ολιγώτερος από ό,τι απαιτείται δια να πράξη τις τι.

3) (Επί μεγ.) μικρός, ολίγος.

4) (Ως επίρρ.) ολίγον, ολίγον τι, εν τινί μέτρω, εν τινί βαθμώ.

5) Λίγος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ολίγον Apoc 17:10, 1Pe 1:6, Ὀλιγορῶ Heb 12:5.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Βραχύς Act 27:28, Μικρός Mar 15:40, Μικρότερος Mat 13:32, Ἐλάχιστος Luk 19:17, Συντόμως Act 24:4, Μετρίως Act 20:12.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἐπί Πολύ Act 28:6, Μέγας Luk 9:48, Μείζων Mat 11:11.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ος, -η, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ὀλίγα: Ονομαστική ή αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου γένους.

2) Ὀλίγαι: Ονομαστική πληθυντικού θηλυκού γένους.

3) Ὀλίγας: Αιτιατική πληθυντικού θηλυκού γένους.

4) Ὀλίγην: Αιτιατική ενικού θηλυκού γένους.

5) Ὀλίγης: Γενική ενικού θηλυκού γένους.

6) Ὀλίγης: Ονομαστική πληθυντικού αρσενικού γένους.

7) Ὀλίγοις: Δοτική πληθυντικού αρσενικού ή ουδετέρου γένους.

8) Ὀλίγον: Αιτιατική ενικού αρσενικού γένους.

-Ονομαστική ή αιτιατική ενικού ουδετέρου γένους.

9) Ὀλίγος: Ονομαστική ενικού αρσενικού γένους.

10) Ὀλίγου: Γενική ενικού αρσενικού ή ουδετέρου γένους.

11) Ὀλίγῳ: Δοτική ενικού αρσενικού ή ουδετέρου γένους.

12) Ὀλίγων: Γενική πληθυντικού αρσενικού ή θηλυκού ή ουδετέρου γένους.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 17:10: «ο πντε πεσαν, ες στιν, λλος οπω λθεν, κα ταν λθ λγον ατν δε μεναι.»

Το πρώτο κεφάλι του θηρίου που αναφέρεται στο εδάφιο Apoc 17:3 αντιπροσωπεύει την Αίγυπτο. Γιατί; Επειδή η Αίγυπτος ήταν πρώτη σημαντική δύναμη που εκδήλωσε έχθρα για το λαό του Θεού. Οι απόγονοι του Αβραάμ – μέσω των οποίων θα ερχόταν το υποσχεμένο σπέρμα της γυναίκας – πολλαπλασιάστηκαν στην Αίγυπτο και τότε η Αίγυπτος άρχισε να τους καταδυναστεύει. Ο Σατανάς αποπειράθηκε να εξαλείψει το λαό του Θεού πριν εμφανιστεί το σπέρμα. Με ποιο τρόπο; Υποκινώντας τον Φαραώνα θανατώσει όλα τα αρσενικά παιδιά των Ισραηλιτών. Ο Ιεχβωβά ματαίωσε εκείνη την απόπειρα και απελευθέρωσε το λαό του από τη δουλεία στην Αίγυπτος (Exo 1:15-20, 14:13).

Το δεύτερο κεφάλι του θηρίου αντιπροσωπεύει την Ασσυρία. Και αυτό το κραταιό βασίλειο αποπειράθηκε να εξαλείψει το λαό του Θεού επιτιθέμενο στην Ιερουσαλήμ. Ενδεχομένως ο Σατανάς αποσκοπούσε στο να εξαφανίσει διαπαντός τη βασιλική γραμμή που θα οδηγούσε τελικά στον Ιησού. Ο Ιεχωβά απελευθέρωσε θαυματουργικά τον πιστό του λαό εξολοθρεύοντας τους εισβολείς (2Ki 19:32-35, Hsa 10:5,6, 12-15).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 12:12: Dan 8:19  Mic 4:1  Mat 24:34  Rom 16:20  2Ti 3:1  2Pe 3:3

Apoc 17:10: Apoc 13:11  Apoc 19:20

1) Η λ. Ὀλίγα στο εδάφιο Mat 25:23 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων (εδώ από τον Τομέα της Εμπορικής και της Τραπεζικής Ζωής). Αναφέρεται ως ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινής Διαθήκης).

2) Η λ. Ὀλίγον στο εδάφιο 2Co 8:15 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Exo 16:18).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Few, Little.

Ὀλίγος, ίγη, ίγον, (opposed to πολύς,) few, little; small, trifling, insignificant; slender; οἱ ὀλίγοι, ων, the few, i. e. the nobles who govern the state; ὀλίγον, a little, scarcely at all; ὀλίγον is often used adverbially, as in Il. v, 800; in gen. ὀλίγου χρόνου, in a little, supply διά· ὀλίγου δεῖ, it wants little, almost; ὀλίγου σε κύνες διεδηλάσαντο, the dogs had nearly devoured you, Odys. xiv, 37; ὀλίγου πάνυ ἀπωλόμην, I had like to have perished, Aristoph. Acharn. 348; δι’ ὀλίγου, ἐξ ὀλίγου, for a short time, suddenly; from a short time, suddenly; from a short distance; in dat. ἐν ὀλίγῳ, scil. χρόνῳ, in a little time, Dem. Olynth. iii, 20; also, nearly, briefly; in acc. ὀλίγον χρόνον, for a little while; κατ’ ὀλίγον, παρ’ ὀλίγον, gradually, nearly, by little and little, Thucyd. i, 60; μετ’ ὀλίγον, shortly after; in a small space; ἐκ τοῦ κατ’ ὀλίγον, by degrees, gradually; δι’ ὀλίγων, in a few words.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Paucus, Aliquot, Aliquam, Parua, Pusillus, Modicus, Parvus, Minus, Minimus, Exiguus, Breviter, In Brevi, Breve Tempus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Nur Wenige, Kleine.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Pochi, Piccolo.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Quelques-uns, Peu.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Pocos, Pequeño.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Poucos, Pequeno.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Weinig, Beetje, Kleine