Ευρετήριο

Ὅρασις



ΡΙΖΑ: < ΟΡΩ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Όραση, η αίσθηση της οράσεως.

2) Το όραμα, η οπτασία.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ὁρῶ Mat 27:4, Ἀφορῶ Heb 12:2, Ὅραμα Act 7:31.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὀφθαλμός Act 1:9, Βλέπω Luk 9:62, Ὀπτασία Act 26:19, Ἀναβλέπω Mar 10:51,52, Ἀνάβλεψις Luk 4:18.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Τυφλῶ Joh 12:40.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Ὅρασις, -εως.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ὁράσει: Δοτική ενικού.

2) Ὁράσεις: Αιτιατική πληθυντικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ

Apoc 4:3: «καὶ ὁ καθήμενος ὅμοιος ὁράσει λίθῳ ἰάσπιδι καὶ σαρδίῳ, καὶ ἶρις κυκλόθεν τοῦ θρόνου ὅμοιος ὁράσει σμαραγδίνῳ.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 4:3: 1 Jo 1:5  Apoc 21:11  Ge 9:13  Exo 28:17

1) Η λ. Ὁράσεις στο εδάφιο Act 2:17 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Joe 2:28-29).

2) Η λ. Ὅρασις χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Vision, Look, Sight.

Ὅρασις, εως, , appearance, vision; the eye or sight. Fr. ὁράω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Visio, Aspectus, Ecce in conspectu eorum, Et videntis, .

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Vision, Schauen Sie, Sehenswürdigkeit.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Visione, Guarda, Vista.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: La Vision, Regardez, La Vue.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: La Visión, Mira, La Vista.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Visão, Olha.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Visie, Kijk, Bezienswaardigheid.