Ευρετήριο

Ὅσιος



ΡΙΖΑ: Αγνώστου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Όσιος, ευσεβής, ο αφοσιωμένος, αυτός που προσκολλάται πιστά σε κάποιον παρά τις αντιξοότητες (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 4).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ὁσιότης Luk 1:75, Ὁσίως 1Th 2:10.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἱερός 2 Ti 3:15, Ἀγνός Phl 4:8, Ἅγιος Luk 1:49, Ἱεροπρεπής Tit 2:3, Εὐλογητός Mar 14:61, Εὐλογία Heb 12:17, Μακάριος Apoc 1:3, Μακαρισμός Rom 4:6.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀνόσιος 1Ti 1:9, 2 Ti 3:2, Ἱερόσυλος Act 19:37.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, δικατάληκτο σε: -ος, -ος, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ὁσία: Αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου γένους.

2) Ὅσιοι: Ονομαστική πληθυντικού αρσενικού γένους.

3) Ὅσιον: Αιτιατική ενικού αρσενικού γένους.

4) Ὁσίους: Αιτιατική πληθυντικού θηλυκού γένους.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 15:4: «τς ο μ φοβηθ, κριε, κα δοξσει τ νομ σου; τι μνος σιος, τι πντα τ θνη ξουσιν κα προσκυνσουσιν νπιν σου, τι τ δικαιματ σου φανερθησαν.»

Ο Λόγος του Θεού, η Αγία Γραφή, θεόπνευστα λέει για τον Ιεχωβά ότι «Εσύ είσαι ο Μόνος Όσιος», με την έννοια ότι η οσιότητα (ως μια απαράμιλλη ιδιότητα γι’ Αυτόν) είναι μια πτυχή της αγάπης. Εφ’ όσον λοιπόν «ο Θεός είναι αγάπη» (όντας η ίδια η προσωποποίηση αυτής της ιδιότητας) δεν θα μπορούσε κανένας άλλος να εκδηλώσει οσιότητα πληρέστερα από τον Ιεχωβά Θεό (1Jo 4:8) και μάλιστα στον υπερθετικό τέλειο βαθμό (βλ. Apoc 4:8).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 16:5: Psa 145:17  Jer 3:12  Apoc 15:4

1) Η λ. Ὁσία στο εδάφιο Act 13:34 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 55:3).

2) Η λ. Ὅσιον στο εδάφιο Act 13:35 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Psa 16:10).

3) Η λ. Ὅσιον στο εδάφιο Act 2:27 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 16:8-11).

4) Ὅσιος χαρακτηρίζεται αυτός που υποτάσσεται στους θεϊκούς νόμους, που προσκολλάται πιστά στις θεϊκές απαιτήσεις ενώ δικαίως αναφέρεται κυρίως στους ανθρώπινους νόμους και δεν είχε (αρχικώς) θρησκευτική χρήση). (Παράλληλα η λέξη ιερός περιγράφει χώρους και πράγματα που αρμόζουν στους θεούς).

5) Ὅσιος: πιστός σε κάποιο πρόσωπο ή σκοπό και υποδηλώνει προσωπική ακλόνητη προσκόληση παρά τον οποιονδήποτε πειρασμό για εγκατάλειψη η προδοσία.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Holy, Blessing, Pure.

Ὅσιος, ια, ιον, sanctioned by divine law or natural right, especially the former; holy, pure, just; ὁσίου γάρ ἀνδρός ὅσιος ὤν ἐτύγχανον, being holy myself I met with a holy man, Eurip. Alc. 10; pious, religious; ὁσίων χειρῶν, of pure hands, i. e. washed for the performance of sacred rites, Soph. Œd. C. 471; also, common, not consecrated to the gods; τό ὅσιον, whaatever is agreeble to the divine or human laws, especially the former; ἵερα καί ὅσια, καί ἴδια καί δημοσία, sacred and profane, private and public, Plat. Polit. i, 344, A; it is used in contradistinction to δίκαιος, which imports laws established by men and not by the gods; also, to ἱερός, consecrated to religious purposes, hence, sacred; ὅσια for ὅσιον ἐστι, it is a religious duty; ὅσια ποιεῖν, to act religiously, Thucyd. ii, 52; ὅσιά τε φωνεῖς, you speak with due reverence, Soph. Phil. 658; ὅσιον χωρίον, acommon place, i. e. not consecrated, and which one could enter without profanation, Aristoph. Lys.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Sanctus, Pius, Purus, Benedictio.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Heilige, Blessing, Rein.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Santo, Benedizione, Pure.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Saint, Bénédiction, Pure.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Santo, Bendición, Pura.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Santo, Bênção, Pure.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Holy, Zegen, Pure.