Ευρετήριο

Πατέω, -ῶ




ΡΙΖΑ: Αγνώστου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Πατώ πάνω σε κάτι ή σε κάποιον, καταπατώ.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Καταπατῶ Mat 5:13, Περιπατῶ Mat 4:18.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πορεύομαι Mat 2:8, Αναχωρῶ Mat 2:12,13, Ἀφικνοῦμαι Rom 16:19, Διοδεύω Act 17:1.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Κολυμβῶ Act 27:43.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας συνηρημένο σε -έω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. πατῶ, Πρτ. ἐπάτουν, Μέλ. πατήσω, Αόρ. ἐπάτησα.

Μέσ. Ενεστ. πατοῦμαι, Πρτ. ἐπατούμην, Μελ. παθ. πατηθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐπατήθην, Πρκ. πεπάτημαι, Υπερσ. ἐπεπατήμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Πατῶ

Α) Μεταβατικό

i) + εμπρ. πρ.: πατώ πάνω σε…, βαδίζω πάνω σε… (Luk 10:19 …Πατεῖν ἐπαάνω ὄφεων καὶ σκορπίων),

ii) + αιτ.: πατώ κάτι… (Apoc 19:15 …Πατεῖ τὴν ληνόν τοῦ οἶνου τοῦ θυμοῦ…).

2) Πατοῦμαι

Α) Αμετάβατο: πατιέμαι (Apoc 14:20 …Ἐπατήθη ἡ ληνός…).

Β) Μεταβατικό

i) + ποιητ. αίτιο: πατιέμαι από κάποιον, ποδοπατούμαι από κάποιον (Luk 21:24 …Καὶ Ἱερουσαλήμ ἔσται πατουμένη ὑπό ἐθνῶν).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐπατήθη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Πατεῖ: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) Πατεῖν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Πατουμένη: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ:

1) «… Καὶ οὐ μὴ πατήσουσιν οἶνον εἰς τὰ ὑπολήνια» Ο΄ - Hsa 16:10.

2) «Ἰδοὺ δέδωκα ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ» Luk 10:19.

3) «… Καὶ αὐτὸς πατεῖ τὴν ληνὸν τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς ὀργῆς τοῦ θεοῦ τοῦ παντοκράτορος» Apoc 19:15.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Trample upon.

Πατέω, f. ύσω, pf. πεπάτηκα, Plat. Phœd. 273, A; to trample upon, to trample under foot, Aristoph. Vesp. 377; to insult, scorn, spurn, Soph. Aj. 1314; to tread; to walk; ποῖ δή πατεῖς, whither pray are you going? Æschyl. Choëph. 721; 1. a. pas. ἐπατήθην, part. πατοῦντες, those who tread out grapes, to make wine, Anacr. 17; πατεῖν χρόνον, to live, literally, to tread or travel the time; οὐδ’ Αἴσωπον πεπάτηκας, you have not read (literally, travelled over) Æsop. Aristoph. Av. 477; to tread the soil, hence to inhabit, Soph. Phil. 1049; to treat, Plat. Phœdr. 273, A.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Conculcare, Calio, Conculio.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Zertreten.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Calpestare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Fouler aux pieds.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Pisotee la.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Espezinhar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Stampen op.