Ευρετήριο

Πίνω



ΡΙΖΑ: <Ι.Ε. *PI-/PO(I)- "πίνω", πβ. σανσκρ. PATI, λατ. BIBO.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Πίνω από κάποιο πράγμα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Πόμα 1Co 10:4, Πόσις Col 2:16, Συμπίνω Act 10:41, Συμπόσιον Mat 6:39, Ποτίζω Mat 10:42, Ὑδροπότω 1Ti 5:23, Ποτήριον Mat 10:42.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Μεθύω Joh 2:10, Ὕδωρ Joh 4:10, 11, 13, 14, 15, Κενῶ Rom 4:14.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Διψῶ Mat 25:35, 1Co 4:11, Τρώγω Mat 24:38.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. πίνω, Πρτ. ἔπινον, Μέλ. πίομαι, Αόρ. ἔπιον, Πρκ. πέπωκα.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Πίνω

Α) Αμετάβατο: πίνω (Mat 11:18…Μήτε ἐσθίων, μήτε πίνων).

Β) Μεταβατικό:

i) + αιτ.: πίνω κάτι (Mat 20:22…Δύνασθε πίειν τὸ ποτήριον…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἔπιεν γ΄ ενικό οριστικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἔπινον: γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἐπίομεν: α΄ πληθυντικό οριστικής  αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἔπιον: γ΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

5) Πέπωκαν: γ΄ πληθυντικό οριστικής παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

6) Πίε: β΄ ενικό προστακτικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

7) Πιεῖν: απαρέμφατο αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

8) Πιέσαι: β΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

9) Πίεσθε: β΄ πληθυντικό οριστικής μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

10) Πίεται: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Πίετε: β΄ πληθυντικό προστακτικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

12) Πίῃ: γ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

13) Πίῃτε: β΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

14) Πίνει: γ ΄ενικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Πίνειν: απαρέμφατο ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

16) Πίνετε: β΄ πληθυντικό οριστικής ή προστακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

17) Πινέτω: γ΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

18) Πίνῃ: γ΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

19) Πίνῃτε: β΄ πληθυντικό υποτακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

20) Πίνοντες: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

21) Πίνουσιν: γ΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

22) Πίνω: α΄ ενικό οριστικής ή υποτακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

23) Πίνων: ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

24) Πιοῦσα: ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

25) Πίω: α΄ ενικό υποτακτικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

26) Πίωμεν α΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

27) Πίων: ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

28) Πίωσιν: γ΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 14:10: «καὶ αὐτὸς πίεται ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τοῦ θεοῦ τοῦ κεκερασμένου ἀκράτου ἐν τῷ ποτηρίῳ τῆς ὀργῆς αὐτοῦ καὶ βασανισθήσεται ἐν πυρὶ καὶ θείῳ ἐνώπιον ἀγγέλων ἁγίων καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου.»

Apoc 16:5: «Καὶ ἤκουσα τοῦ ἀγγέλου τῶν ὑδάτων λέγοντος· δίκαιος εἶ, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν, ὁ ὅσιος, ὅτι ταῦτα ἔκρινας»

Apoc 18:3: «ὅτι ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πέπωκαν πάντα τὰ ἔθνη καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς μετ᾽ αὐτῆς ἐπόρνευσαν καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτησαν.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 14:10: Psa 75:8  Apoc 11:18  Apoc 16:19  Apoc 20:10  Apoc 21:8

Apoc 16:5: Exo 3:14  Apoc 1:4  Psa 145:17  Jer 3:12  Apoc 15:4  Deu 32:4  Psa 119:137

Apoc 18:3: Jer 51:7  Hsa 47:5  Apoc 17:2  Hsa 23:8  Pro 19:10  Hsa 47:1

1) Το εδάφιο Mat 6:25 «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τὶ φάγῃτε ἤ τὶ πίῃτε μηδέ τῷ σώματι ὑμῶν τὶ ἐνδύσησθε οὐχί ἡ ψυχή πλεῖον ἐστίν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος» αναφέρεται σε μια έκφραση «παραλληλισμός των μελών» (parallilismus membrorum) που είναι ένα από τα κύρια γνωρίσματα της Εβραϊκής ποίησης (παραβ. Mat 4:16, 16:2, 3). Το φαινόμενο περιλαμβάνεται και στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) «Φάγωμεν καὶ πίωμεν αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν» (1Co 15:32). Παροιμιακή έκφραση, η οποία αναφέρεται αυτολεξεί στον προφήτη Ησαΐα (Ο΄ Hsa 22:13). Η Κλασσική Γραμματεία αναφέρεται περί του παροιμιακού χαρακτήρα της εν λόγω φράσης και υποστηρίζει ότι αυτή οφείλεται σε σχετική παλαιά βιοθεωρία ανατολικών λαών (παραβ. Ηρόδοτον 2, 78 και Επικούριο (βιοθεωρία), Επίκουρος παρά Πλουτάρχω Ηθικά VI 1088 E).

3) Η λ. Πίῃ στο εδάφιο Luk 1:15 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

4) Η λ. Πίῃ (οὐ μὴ) στο εδάφιο Mar 1:15 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Num 6:3).

5) Η λ. Πίωμεν στο εδάφιο 1Co 15:32 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 22:13).

6) Στα εδάφια Joh 18:11 και Luk 1:15 οι φράσεις «Οὐ μὴ πίῃς» και «Οὐ μὴ πίῃ» αναγράφεται σε φράση όπου εμφανίζεται αρνητική πρόρρηση για το μέλλον με διπλή άρνηση σε μέλλοντα χρόνο. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Drink.

Πίνω, to drink; to imbibe, impf. ἔπινον, pf. πέπωκα· πέπωκεν αἷμα γαῖ’ ὑπ’ ἀλλήλων πόνῳ, Æschyl. S. Theb. 808; 2. a. ἔπιον, 2. a. imperat. πίε, and πίθι, from obsol. πῖμι, inf. πιεῖν· πίομαι, ῃ, έται, pres. mid. used as a future, like εἶμι, φάγομαι, etc.; pf. pas. πέπομαι, inf. πέποσθαι, 1. a. pas. ἐπόθην· (the fut. m. πιοῦμαι is used by writers after Aristot.) Th. πίω or πόω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Bibo, Potus, Potor, Poculum, Poto, Boire, Boisson, Breuvage, Poison, Potion, Potable.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Trinken.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Bere.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Boisson.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Bebida.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Bebida.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Drank.