Ευρετήριο

Πληρόω, -ῶ



ΡΙΖΑ: < ΠΛΗΡΗΣ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Γεμίζω, καθιστώ κάτι πλήρες.

2) Γεμίζω κάτι εντελώς, το παραγεμίζω με κάτι (τροφή κλπ.), χορτάζω με κάτι (τροφή).

3) (Επί αριθ.) συμπληρώνω, φθάνω σε, απαρτίζω τον αριθμό.

4) Εκπληρώνω καθήκον (υποχρέωση, χρέος).

5) (Γεν.) φέρω εις πέρας (επιτελώ, εκτελώ) ένα έργο.

6) (Αμεταβ.) είμαι πλήρης, είμαι συμ(πε)πληρωμένος.

7) Γεμίζω κάτι εντελώς.

8) Χορταίνω κάτ.

9) Εφοδιάζω, επανδρώνω, εξοπλίζω τα πλοία.

10) Συμπληρώνω.

11) Εκτελώ καθήκον.

12) Ικανοποιώ.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Πληρόω Mat 13:48, Ἀναπληρόω 1Co 14:16, Mat 13:14, Ἀνταναπληρόω Col 1:24, Συμπληρόω Luk 8:23, Πλήρωμα Mat 9:16, Ἐκπληρόω Act 13:32, Προσαναπληρόω 2Co 9:12, Πληροφορέω Luk 1:1, Ἐκπλήρωσις Act 21:26.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Τελέω Apoc 10:7, Ἐπιτελέω Rom 15:28, Συντελέω Mar 13:4, Luk 4:2, Τελειόω Joh 4:34, Συντέλεια Mat 24:3, Τελείως 1Pe 1:13, Τελείωσις Luk 1:45, Πίμπλημι Mat 22:10, Ἐμπίπλημι Joh 6:12, Ἐμπιπλάω Act 14:17, Γέμω Mat 23:25, Ἄρτιος 2Ti 3:17, Ἀπαρτισμός Luk 14:28, Πέρας Luk 11:31, Ἔκβασις 1Co 10:13, Ἔσχατος Heb 1:2, Ἄκρος Mat 24:31, Ὄψε Mat 28:1, Γεμίζω Act 2:13, Luk 15:16, Μεστόω Act 2:3, Μεστός Joh 19:29, Κορέννυμι 1Co 4:8, Χορτάζω Phl 4:12, Χόρτασμα Phl 4:12, Πληθῶ Luk 1:23, Γίνομαι Joh 13:2.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Κενόω Rom 4:14, Κενός Mar 12:3, Luk 1:53, Act 4:25.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας συνηρημένο σε -όω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. πληρῶ, Πρτ. ἐπλήρουν, Μέλ. πληρώσω, Αόρ. ἐπλήρωσα, Πρκ. πεπλήρωκα, Υπερσ. ἐπεπληρώκειν.

Μέσ. Ενεστ. πληροῦμαι, Πρτ. ἐπληρούμην, Μελ. παθ. πληρωθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐπληρώθην, Πρκ. πεπλήρωμαι, Υπερσ. ἐπεπληρώμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Πληρῶ

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ. + γεν.: γεμίζω κάτι ή κάποιον με…

ii) + αιτ.: ικανοποιώ κάτι (ανάγκη / επιθυμία), εκπληρώνω κάτι, ολοκληρώνω κάτι.

iii) + αναφ. πρ.: βλ. (1Αiii).

2) Πληροῦμαι

Α) Αμετάβατο: είμαι γεμάτος / πλήρης, γέμω, συμπληρώνομαι (για χρόνους, μέρες κ.τλ.), εκπληρώνομαι, ολοκληρώνομαι.

Β) Μεταβατικό

i) + γεν.: γεμίζω / είμαι γεμάτος από…

ii) + αιτ.: βλ. (2Βi).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἔπληρον: γ΄ ενικό οριστικής παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐπληροῦντο: γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἐπληροῦτο: γ΄ ενικό οριστικής παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Ἐπληρώθη: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Ἐπλήρωσαν: γ΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἐπλήρωσεν: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Πεπληρώκατε: β΄ πληθυντικό οριστικής παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

8) Πεπλήρωκεν: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

9) Πεπληρωκέναι: απαρέμφατο παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

10) Πεπλήρωμαι: α΄ ενικό οριστικής παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Πεπληρωμένα: ονομαστική ή αιτιατική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Πεπληρωμένη: ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Πεπληρωμένων: αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

14) Πεπληρωμένοι: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

15) Πεπληρωμένους: αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

16) Πεπλήρωται: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

17) Πληροῖς: β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

18) Πληρούμενον: ονομαστική ή αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

19) Πληροῦν: απαρέμφατο ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

20) Πληροῦσθε: β΄ πληθυντικό οριστικής ή προστακτικής ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

21) Πληρωθείσης: γενική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

22) Πληρωθέντων: γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

23) Πληρωθῇ: γ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

24) Πληρωθῆναι: απαρέμφατο αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

25) Πληρωθήσεται: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

26) Πληρωθήσονται: γ΄ πληθυντικό οριστικής μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

27) Πληρωθῆτε: β΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

28) Πληρωθῶ: α΄ αορίστο οριστικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

29) Πληρωθῶσιν: γ΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

30) Πληρῶσαι: απαρέμφατο αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

31) Πληρώσαντες: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

32) Πληρώσατε: β΄ πληθυντικό προστακτικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

33) Πληρώσει: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

34) Πληρώσεις: β΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

35) Πληρώσῃ: γ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ-ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 3:2: «γίνου γρηγορῶν καὶ στήρισον τὰ λοιπὰ ἃ ἔμελλον ἀποθανεῖν, οὐ γὰρ εὕρηκά σου τὰ ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ θεοῦ μου.»

Apoc 6:11: «καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκὴ καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς ἵνα ἀναπαύσονται ἔτι χρόνον μικρόν, ἕως πληρωθῶσιν καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς καὶ αὐτοί.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:2: Luk 21:34  Eph 5:15  1Th 5:6  Luk 22:32  Act 18:23  2Co 6:1

Apoc 6:11: Apoc 3:5  Apoc 4:4  Mat 24:9  Act 9:1  2Co 1:8

1) Η λ. Πεπλήρωμαι στο εδάφιο Phl 4:18 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων. Εδώ από τον Τομέα της Εμπορικής και της Τραπεζικής Ζωής. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Πληρωμένου στο εδάφιο Eph 1:23 μεταφέρει μια εικόνα ανθρώπινου σώματος και μελών με την αρμόζουσα σημασία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Πεπληρωμένους στο εδάφιο Rom 1:29 περιλαμβάνεται σε μια απαρίθμηση αρετών (γνωστή και ως Αρετολογία) αλλά και παθών. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

4) Η λ. Πληρωθεῖ στο εδάφιο Mat 2:23 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 11:1).

5) Η λ. Πληρωθήσεται στο εδάφιο Luk 3:5 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 40:3-5).

6) Η λ. Πληρώσεις στο εδάφιο Act 2:28 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 16:8-11).

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Plerosis.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Accomplish, Complete, Finish, Expire, Fill, Fulfil, Preach, Satisfy, Supply, To Perfect, Well-Nigh.

Πληρόω, , f. ώσω, 1. a. ἐπλήρωσα, to fill; to fill up; to complete; to supply, furnish; to make pregnant; to perfect, finish; to satisfy, satiate, Soph. Phil. 324; to fulfil; to pay; πληροῦν τήν ναῦν, to man a ship, Thucyd. vii, 19; πληροῦσθαι τήν ναῦν, to man one’s own ship, Demosth. πρός Πολυκλ.;1. a. subj. act. πληρώσω, pf. pas. πεπλήρωμαι, 1. a. pas. ἐπληρώθην, ης, η, subj. πληρωθῶ, ῇς, ῇ, part. pf. pas. πεπληρωμένος, filled, perfected. Fr. πληρής.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Impleo, Repleo, Compleo, Implere, Adimplere, Replere, Explere, Supplere, Plenus, Ad Perficiendum.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Sohn, Zu Erreichen, Fertig, Fertig, Erfüllen, Sentire Supply, Zu Perfektionieren.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Figlio Realizzare, Fine, Fine, Compiere,, Supply Sentire, Per Perfezionare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Fils, Accomplir, Fini, Fini, Satisfaire, Supply Sentire, Pour Parfaire.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Hijo, Lograr, Acabado, Acabado, Dar Cumplimiento,, Suministro Sentire, Perfeccionar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Filho Realizar, Finish, Finish, Cumprir, Abastecimento Sentire, Para Aperfeiçoar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Zoon, Bereiken, Finish, Finish, Vervul,, Sentire Supply, Te Perfectioneren.