Ευρετήριο

Πλήσσω



ΡΙΖΑ: <*PLA-G-JΩ<Ι.Ε.*PLA-K- "χτυπώ", πβ. λατ. PLAGA "πληγή".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

Πατάσσω, χτυπω, πλήττω (στο κείμενο μόνο στη Μ.Φ.), πατάσσομαι, πλήττομαι, υφίσταμαι χτύπημα, τραυματίζομαι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Πληγή Luk 10:30, Ἐκπλήσσω Mat 7:28, Πλήκτης 1Ti 3:3.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πατάσσω Mat 26:51, Τύπτω Mat 24:39, Παίω Mat 26:68, Δέρω Luk 22:63, Ραπίζω Mat 5:39, Ράπισμα Mar 14:65, Joh 18:22, Σφάζω Apoc 13:3, Μαστιγῶ Mat 10:17, Βάλλω Mat 26:68.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. πλήσσω, Πρτ. ἔπλησσον, Μέλ. πλήξω, Αόρ. ἔπληξα, Πρκ. πέπληχα, Υπερσ. ἐπεπλήχειν.

Μέσ. Ενεστ. πλήττομαι, Πρτ. ἐπληττόμην, Μέλ. μέσ. πληγήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐπλήγην, Πρκ. πέπληγμαι, Υπερσ. ἐπεπλήγμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Πλήττομαι

Α) Αμετάβατο: πατάσσομαι (Apoc 8:12…Ἐπλήγη τὸ τρίτον τοῦ ἡλίου…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐπλήγη: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 8:12: «Καὶ ὁ τέταρτος ἄγγελος ἐσάλπισεν· καὶ ἐπλήγη τὸ τρίτον τοῦ ἡλίου καὶ τὸ τρίτον τῆς σελήνης καὶ τὸ τρίτον τῶν ἀστέρων, ἵνα σκοτισθῇ τὸ τρίτον αὐτῶν καὶ ἡ ἡμέρα μὴ φάνῃ τὸ τρίτον αὐτῆς καὶ ἡ νὺξ ὁμοίως.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 8:12: Exo 10:22  Hsa 60:2  Eph 6:12  Col 1:13

1) Η λ. Πλήσσω χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Smite.

Πλήσσω, or –ττω, to strike: used once only in the pres. ind. by classical writers, so far as I can discover, ἐκ γάρ με πλήσσουσι, Odys. xviii, 230; Brunck, in his edition of Aristophanes, has given πλήσσει Φρύνιχος, instead of the correct reading, πτήσσει Φρύνιχος, Phrynichus cowers through fear. (Dunb.) The impf. is not used; f. from obsol. πλήγω, πλήξω, 1. a. ἔπληξα, Poet. 2. aor. πέπληγον, Il. xxiii, 363; and ἐπέπληγον, Id. v, 504; pf. πέπληγα, part. πεπληγώς, υία, ός, having struck, Id. v, 762; xxii, 497; 1. a. m. ἐπληξάμην, 2. aor. mid. πεπληγόμην, Id. xviii, 31; 2. fut. pas. πληγήσομαι, Demosth. 314, 24; 3. fut. πεπλήξομαι, Eurip. Hipp. 898; Plat. Theœt. 180, A; 2. aor. pas. ἐπλήγην (it does not appear that the form ἐπλάγην is used except in compounds); pf. pas. πέπληγμαι, to strike; to wound; to smite; to strike or affect in any way; mid. to strike one’s self, Herodt. iii, 14; pas. to be struck, affected, afflicted, overcome, Id. viii, 5; πῶς δ’ οὐ πέπληγμαι;how should I not be affected? Æschyl. Pers. 1013; τόν Διός πληγέντα πυρί, struck by the lightning of Jupiter, Eurip. Suppl. 944; οὔτε φθινάσιν πληγεῖσα νόσοις, nor wasted by consuming diseases, Soph. Antig. 813; Æolic root, πλάγω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Plaga, Plecto, Plago, Ferio, Vulnero, Percutio, Swat.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Klopfte.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Schiacciare, Swat.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Frappé, Ecraser, Swat.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Aplastar, Swat.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Golpe, Swat.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Klopte.