Ευρετήριο

Σημαίνω



ΡΙΖΑ: α) ΣΗΜΑ, β) ΣΗΜΑΝ-JΩ, ΣΗΜΑΙΝΩ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Δεικνύω με κάποιο σήμα (ή με οιωνό) φανερώνω, εμφαίνω, ποιώ γνωστό.

2) (Απολ.) δίδω σημείο (ή οιωνό).

3) Δίδω σημείο ή σύνθημα να πράξει κάποιος κάτι, (εδώ) διοικώ, κυβερνώ, εκδίδω, διαταγές.

4) Σημαίνω, δηλώ, αγγέλλω, διακηρύσσω, υποδεικνύω, υποδηλώ.

5) Σφραγίζω, (χαράσσω, εντυπώνω) με σφραγίδα ή με άλλο σημείο.

6) Έχω συγκεκριμένο περιεχόμενο, συγκεκριμένη σημασία.

7) Έχω βαθύτερο νόημα, σημαίνω κάτι.

8) Δείχνω με σημείο, δίνω σημείο, φανερώνω.

9) Διακηρύσσω, αποκαλύπτω, δηλώνω, ερμηνεύω, γνωστοποιώ, αγγέλλω.

10) Σφραγίζω.

11) Υποδεικνύω.

12) Διατάσσω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Σημειόω 2Th 3:14.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Δηλόω 1Co 1:11, Ἐμφανίζω Act 23:15, Διανεύω Luk 1:22, Δεικνύω Mat 4:8, Σαλπίζω Mat 6:2, Διαγγέλλω Luk 9:60, Rom 9:17, Φαίνω Mat 1:20.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀποκρύπτω Luk 10:21, 1Co 2:7, Ἄδηλος 1Co 14:8.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. σημαίνω, Πρτ. ἐσήμαινον, Μέλ. σημάνω, Αόρ. ἐσήμανα.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Σημαίνω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: φανερώνω κάτι, υποδηλώνω κάτι

ii) + πλ. ερωτ. πρ.: βλ. (1Αi).

iii) + ειδ. απαρ.: φανερώνω ότι υποδηλώνω ότι…

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐσήμανεν: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

2) Σημαίνων: ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) Σημάνω: απαρέμφατο αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 16:14,16: «εσν γρ πνεματα δαιμονων ποιοντα σημεα, κπορεεται π τος βασιλες τς οκουμνης λης συναγαγεν ατος ες τν πλεμον τς μρας τς μεγλης το θεο το παντοκρτορος.» «Κα συνγαγεν ατος ες τν τπον τν καλομενον βραϊστ ρμαγεδδν.»

Apoc 19:11-15: «Κα εδον τν ορανν νεγμνον, κα δο ππος λευκς κα καθμενος π ατν [καλομενος] πιστς κα ληθινς, κα ν δικαιοσν κρνει κα πολεμε. ο δ φθαλμο ατο [ς] φλξ πυρς, κα π τν κεφαλν ατο διαδματα πολλ, χων νομα γεγραμμνον οδες οδεν ε μ ατς, κα περιβεβλημνος μτιον βεβαμμνον αματι, κα κκληται τ νομα ατο λγος το θεο. Κα τ στρατεματα [τ] ν τ οραν κολοθει ατ φ πποις λευκος, νδεδυμνοι βσσινον λευκν καθαρν. κα κ το στματος ατο κπορεεται ομφαα ξεα, να ν ατ πατξ τ θνη, κα ατς ποιμανε ατος ν ῥάβδ σιδηρ, κα ατς πατε τν ληνν το ονου το θυμο τς ργς το θεο το παντοκρτορος»

Οι πολλές μορφές της αδικίας: Αρκεί να σκεφτεί κανείς μόνο τα πολλά χρήματα και τον τεράστιο χρόνο, που σπαταλιούνται στην παραγωγή πολεμικών όπλων και εφοδίων, και που τελικά προκαλούν εκατομμύρια άσκοπους θανάτους, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων ανθρώπων. Όπως και τα κολοσσιαία ποσά που απαιτούν και επιζητούν οι, ποικίλης μορφής, «νόμιμες» και παράνομες απολαύσεις στα πλαίσια ιδιοτελών παρορμήσεων των ανθρώπων.

Όλα αυτά προκαλούν και εξάπτουν το δίκαιο θυμό του Δημιουργού Ιεχωβά Θεού. Για το λόγο αυτό Εκείνος έχει διορίσει τον Γιο Του για να διεξαγάγει έναν κατά πάντα δίκαιο πόλεμο εναντίον ολόκληρου αυτού του πονηρού συστήματος πραγμάτων, προκειμένου να τερματίσει οριστικά και τελεσίδικα τις αδικίες κάθε μορφής.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:1: Act 2:22

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Signify.

Σημαίνω, f. ανῶ, Ion. σημανέω, 1. a. ἐσήμανα and ἐσήμηνα, inf. σημᾶναι, to give a sign or portent by thunder or any extraordinary appearance; to point out by signs, to signify, indicate, Herodt. vii, 18; to give a signal for battle, Id. viii, 11; to give a signal or order, to order, command, Il. i, 289; τοῖο γάρ υἱός σημαίνει φυλάκεσσι, for his son commands the outposts, Id. xi, 58; to indicate, make known, explain, show, Thucyd. i, 72; to express; to portend, Xen. Mem. i, 1, 19; mid. to mark, designate, Herodt. ii, 38; to mark by certain signs or tokens, οἱ δε κλῆρον ἐσημήνατο ἕκαστος, Il. vii, 175; to affix a mark or seal on a letter, etc., Demosth. 837, 18, 21; Aristoph. Lys. 1199; to form an opinion from signs, hence, to conjecture, Soph. Aj. 32; 1. a. pas. ἐσημάνθην, pf. pas. σεσήμασμαι, to be signed, Plat. Legg. xii, 954, A; τό σημαινόμενον, what is meant, signified; it commonly governs the dat., sometimes the gen., Il. xiv, 84. Fr. σῆμα.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Significo, Ostendo, Indico, Signum, Do, Obsigno, Significare.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Bedeuten.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Media, Significare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Signifier, Vouloir dire.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: La media, Significar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Quer dizer.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Bedoel.