Ευρετήριο

Σιγή



ΡΙΖΑ: Αβεβαίου ετύμου, ίσως <ονοματοποιωμένη ρ. *ΣΙ-.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Σιωπή, ησυχία.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Σιγῶ Luk 9:36, Σιωπῶ Mat 20:31, Mar 3:4, 9:34.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἡσυχία Act 22:2, Ἡσυχάζω Luk 14:4, Φιμῶ Mar 4:39, Γαλήνη Mat 8:26, Ἥρεμος 1Ti 2:2.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Τάραχος Act 12:18, Θόρυβος Mat 26:5, 27:24.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Σιγή, -ῆς.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Σιγή: ονομαστική ενικού.

2) Σιγῆς: γενική ενικού.

Apoc 8:1: «Καὶ ὅταν ἤνοιξεν τὴν σφραγῖδα τὴν ἑβδόμην, ἐγένετο σιγὴ ἐν τῷ οὐρανῷ ὡς ἡμιώριον.»

1) Η λ. Σιγή χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Silence.

Σιγή, ῆς, , silence, taciturnity, quiet, calmness; σιγῇ, dat. used adverbially, in silence, silently, found in no other case in Homer; σίγην ἔχειν, to keep silence, to be silent; σίγην τῶνδε θήσομαι πέρι, I will maintain silence about these matters, Eurip. Med. 65; σιγῇ φίλων, without the knowledge of friends, Id. 587; γυναικί σιγή τε καί τό σωφρονεῖν κάλλιστον, to a woman silence and modesty are most becoming, Eurip. Heracl. 477; γυναιξί κόσμον ἡ σιγή φέρει, Soph. Aj. 286. Th. σιγάω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Silentium.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schweigen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Silenzio.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Silence.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Silencio.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Silêncio.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Stilte.