Ευρετήριο

Σιρικός



ΡΙΖΑ: <ΣΙΡΙΚΟΣ<ΣΗΡΙΚΟΣ με αφομοίωση του -Η ΣΕ -Ι<ΣΗΡ, λαός της Απω Ανατολής, πιθανώς ονομασία των μεταζοπαραγωγών Κινέζων. Ισως<κινέζ. SE "μετάξι", πβ. λατ. SERICUM.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Μεταξωτό ύφασμα, μετάξι.

2) Η λέξη ως επίθετο σημαίνει "μεταξωτός", αυτός που είναι φτιαγμένος από μετάξι. Στο κείμενο όμως εμφανίζεται με ουσιαστικοποιημένη χρήση και σημαίνει "μετάξι".

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐμπόρευμα Jac 4:13, Ἔνδυμα Mat 3:4.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε -ος, -η, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Σιρικοῦ: Γενική ενικού ουδετέρου γένους.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 18:12: «γόμον χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ λίθου τιμίου καὶ μαργαριτῶν καὶ βυσσίνου καὶ πορφύρας καὶ σιρικοῦ καὶ κοκκίνου, καὶ πᾶν ξύλον θύϊνον καὶ πᾶν σκεῦος ἐλεφάντινον καὶ πᾶν σκεῦος ἐκ ξύλου τιμιωτάτου καὶ χαλκοῦ καὶ σιδήρου καὶ μαρμάρου».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:12: Jek 27:12  Jek 27:22

1) Η λ. Σιρικόν χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Ως ουσιαστ., σηρικόν (διάφορ. γραφ. σηρικόν), τό, μετάξινη εσθήτα, μετάξι, Apoc 18:12.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Silk, Silky.

Σηρικός, ή, όν, of or belonging to the Seres; also, silk, silky. Fr. σήρ.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Sericum, Silius Italicus, Sericeus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Seide, Seidig.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Seta, Setosa.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Soie, Soyeux.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Seda, Sedoso.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Seda, Sedoso.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Zijde, Zijdeachtige.