Ευρετήριο

Σμύρνα


ΡΙΖΑ: <πιθ. ΜΥΡΡΑ "αρωματικό φυτό", λέξη σημιτικής προέλευσης.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Σμύρνα, αρωματικός χυμός Αραβικού δέντρου, χρησιμοποιείται κατά την βαλσάμωση των νεκρών.

2) Όνομα πόλης.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Σμυρνίζω Mar 15:23.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Μίγνυμι Mat 27:34, Καταχέω Mar 14:3, Σῶμα Mat 26:12, Λίβανος Mat 2:11, Ἀλάβαστρον Mar 14:3, Νάρδος Mar 14:3.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὄζω Joh 11:39.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Σμύρνα, -ης.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Σμύρναν: αιτιατική ενικού.

2) Σμύρνης: γενική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 1:11: «λεγούσης· ὃ βλέπεις γράψον εἰς βιβλίον καὶ πέμψον ταῖς ἑπτὰ ἐκκλησίαις, εἰς Ἔφεσον καὶ εἰς Σμύρναν καὶ εἰς Πέργαμον καὶ εἰς Θυάτειρα καὶ εἰς Σάρδεις καὶ εἰς Φιλαδέλφειαν καὶ εἰς Λαοδίκειαν.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:11: Apoc 2:8

1) Η λ. Σμύρναν στο εδάφιο Mat 2:11 περιλαμβάνεται σε μια «πρόταση κατά παράταξη» αντί της «σύνταξης καθ’ υπόταξη». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Σμύρνα χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

3) Σμύρνα, Ἰων. σμύρνη, ἡ, το μύρρα, το ρητινώδες κόμμι Αραβικού δένδρου (ίσως είδους ακακίας), με το οποίο έκαναν χρήση και στην ταρίχευση των νεκρών, Ηρόδ. 2. 40, 73, 86.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Myrrh.

Σμύρνα, ης, , myrrh, Herodt. ii, 40; also, the name of a city, Smyrna, so called from an Amnazon.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Myrrha.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Myrrhe.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Mirra.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Myrrhe.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Mirra.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Mirra.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Mirre.