Ευρετήριο

Σταφυλή



ΡΙΖΑ: Αγνώστου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Σταφύλι.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Οἶνος Mat 9:17, Ἄμπελος Mat 26:29, Κλῆμα, Καρπός Joh 15:2, Ἀκμάζω, Τρυγῶ Apoc 18, 19, Βότρυς Apoc 14:18,

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Γεωργός Joh 15:1, Σῦκον Jac 3:12, Ἄκανθος Mat 7:16, Βάτος Luk 6:44.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Σταφυλή, -ῆς.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Σταφυλαί: ονομαστική πληθυντικού.

2) Σταφυλάς: αιτιατική πληθυντικου.

3) Σταφυλήν: αιτιατική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 14:18: «καὶ ἄλλος ἄγγελος [ἐξῆλθεν] ἐκ τοῦ θυσιαστηρίου [ὁ] ἔχων ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ πυρός, καὶ ἐφώνησεν φωνῇ μεγάλῃ τῷ ἔχοντι τὸ δρέπανον τὸ ὀξὺ λέγων· πέμψον σου τὸ δρέπανον τὸ ὀξὺ καὶ τρύγησον τοὺς βότρυας τῆς ἀμπέλου τῆς γῆς, ὅτι ἤκμασαν αἱ σταφυλαὶ αὐτῆς.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 14:18: Apoc 20:9  Deu 32:32

1) Σταφυλή, η, βότρυς, «τσάμπουρο», «σταφύλι», «σταφυλῇσι μέγα βρίθουσαν ἀλωὴν» Ἰλ. Σ. 561· «ἡμερὶς ἡβώωσα, τεθήλει δὲ σταφυλῇσι» Ὀδ. Ε. 69.

2) Η πρὸ του φάρυγγος κατὰ τον λαιμὸ σταφυλή, ο σταφυλίτης, uvula, «ὅταν κατὰ τὸ ἄκρον οὕτως οἰδαίνηται ὥστε νὰ ὁμοιάζῃ πρὸς σταφυλὴν κρεμαμένην ἐκ τῆς κληματίδος», Ἱππ. Προγν. 45, Νικοφ. ἐν Ἀδήλ. 8, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1.11, 12·

3) Παροξ. σταφύλη, στάθμη ή κανὼν μολύβδινος δεικνύων την ευθείαν γραμμήν, το «μολύβι» της στάθμης, «ἵπποι .. σταφύλῃ ἐπὶ νῶτον ἐίσας, κατὰ τὸ ὕψος ἴσας μέχρι τοῦ ἐπιπέδου τοῦ κανόνος», Ἰλ. Β. 765· παραβ. Καλλ. Ἀποσπ. 159, Ἡσύχ., Ἐτυμολ. Μέγ. 742. 44.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Staphyle.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Grape.

Σταφυλή, ῆς, , a grape; σταφυλή ἐπί νῶτον ἐΐσας, Il. ii, 765; hence also σταφυλή ἀνθρώπου, a swollen uvula; but σταφύλη, ης, is a plumb-line; also, a chalkline, used by artisans for marking off their work.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Uva.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Traube.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Uva.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Grain De Raisin.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Uva.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Uva.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Grape, Druif.