Ευρετήριο

Συγκοινωνέω, -ῶ



ΡΙΖΑ: <ΣΥΓ(<ΣΥΝ)+ΚΟΙΝΩΝΩ, α) βλ.λ. Σύν, β) ΚΟΙΝΩΝΩ < ΚΟΙΝΩΝΩΝΟΣ "κοινωνός", < ΚΟΙΝΟΣ, βλ.λ. Κοινός.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Είμαι κοινωνός σε κάτι, συμμετέχω σε…, γίνομαι μέτοχος σε κάτι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Σύν Col 3:3,4, Κοινωνῶ Rom 15:27, Κοινωνία Act 2:42, Κοινωνικός 1Ti 6:18, Κοινωνός 1Co 10:18.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Μετέχω 1Co 9:10, Μετοχή 2Co 6:14, Μέτοχος Heb 1:9, 3:1, Ἀντιλαμβανομαι 1Ti 6:2, Μεταλαμβάνω 2Ti 2:6 , Συμμερίζομαι 1Co 9:13.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Χωρίζω Rom 8:35, 39, Διαχωρίζομαι Luk 9:33.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας συνηρημένο σε -έω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. συγκοινωνῶ, Πρτ. συνεκοινώνουν, Μέλ. συγκοινωνήσω, Αόρ. συνεκοινώνησα, Πρκ. συγκεκοινώνηκα

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Συγκοινωνῶ

Α) Μεταβατικό

i) + δοτ.: γίνομαι μέτοχος / κοινωνός σε…, συμμετέχω σε…(Phl 4:14….Καλῶς ἐποιήσατε συγκοινωνήσαντές μου τῇ θλίψει….).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Συγκοινωνεῖτε: β΄ πληθυντικό προστακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Συγκοινωνήσαντες: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Συγκοινωνήσῃτε: β΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 18:1-5: «Μετ τατα εδον λλον γγελον καταβανοντα κ το ορανο χοντα ξουσαν μεγλην, κα γ φωτσθη κ τς δξης ατο. κα κραξεν ν σχυρ φων λγων· πεσεν πεσεν Βαβυλν μεγλη, κα γνετο κατοικητριον δαιμονων κα φυλακ παντς πνεματος καθρτου κα φυλακ παντς ρνου καθρτου [κα φυλακ παντς θηρου καθρτου] κα μεμισημνου, τι κ το ονου το θυμο τς πορνεας ατς ππωκαν πντα τ θνη κα ο βασιλες τς γς μετ ατς πρνευσαν κα ο μποροι τς γς κ τς δυνμεως το στρνους ατς πλοτησαν. Κα κουσα λλην φωνν κ το ορανο λγουσαν· ξλθατε λας μου ξ ατς να μ συγκοινωνσητε τας μαρταις ατς, κα κ τν πληγν ατς να μ λβητε, τι κολλθησαν ατς α μαρται χρι το ορανο κα μνημνευσεν θες τ δικματα ατς.»

Στα πλαίσια της ενθρόνισής του στην Ουράνια Βασιλεία το 1914, ο Ιησούς Χριστός έστρεψε την προσοχή του στις πνευματικές ανάγκες του πιστού λαού του Θεού πάνω στη γη (Mat 24:45-47). Όπως είχε γίνει και με την απελευθέρωση του υπόλοιπου των Ιουδαίων το 537 π.Χ. από τη Βαβυλώνα μόλις κατακτήθηκε από τον Κύρο, έτσι και ο Ιησούς απελευθέρωσε ένα υπόλοιπο πνευματικών Ιουδαίων (εκείνων που ακολουθούσαν πιστά τα ίχνη του) από την επιρροή της σύγχρονης Βαβυλώνας της Μεγάλης, της παγκόσμιας αυτοκρατορίας της ψεύτικης θρησκείας. Με την απελευθέρωση αυτή αποκαταστάθηκε η αγνή λατρεία που αρμόζει στη ζωή των γνήσιων αφιερωμένων βαπτισμένων Χριστιανών (παραβ. Mat 3:1-5, Rom 2:29).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:9: Mat 24:9  Heb 10:33  Apoc 2:10  Luk 12:32  Mat 10:22  2Ti 2:12  Rom 8:17  Act 1:8

1) Η σύνθετη αυτή λ. Συγκοινωνῶ (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Συγκοινῶν ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

3) Στην Καιν. Διαθ., με δοτικ., λαμβάνω μέρος σε κάτι, μετέχω, κοινωνώ, «…συγκοινωνήσητε ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῆς…» Apoc 18:4· «μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις …» Eph 5:11· «…συγκοινωνήσαντές μου τῇ θλίψει.»  Phl 4:14.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Communicate, Fellowhip, Partake, Participate, I Am A Shareholder In Something.

Συγκοινωνέω, , f. ήσω, to be a partaker with; to have in common; to share of, Demosth. 1299, 20; with the gen.; to have intercourse with, with dat.; 1. a. συνεκοινώνησα. Fr. σύν and κοινωνέω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Communicare, Participem Esse, Amet, Aliquam, In Me Aliquid A Shareholder.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Kommunikation, Zu Beteiligen, Ich Bin Aktionär In Etwas.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Comunicazioni, Partecipano, Io Sono Un Azionista In Qualcosa.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Communications, Participent, Je Suis Un Actionnaire Dans Quelque Chose.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Comunicaciones, Participan, Soy Un Accionista De Algo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Comunicações, Participar, Eu Sou Um Acionista Em Algo.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Communicatie, Meedoen, Ik Ben Een Aandeelhouder In Iets.