Ευρετήριο

Συκῆ



ΡΙΖΑ: <ΣΥΚΟΝ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Συκή, συκιά.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ΣΥΚΗ Luk 21:29, ΣΥΚΟΝ Mat 7:16, ΣΥΚΟΜΟΡΕΑ Luk 19:4, ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ Luk 3:14, ΣΥΚΑΜΙΝΟΣ Luk 17:6.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: ΟΛΥΝΘΟΣ Apoc 6:13, ΔΕΝΔΡΟΝ Mat 3:10, 7:17, ΦΥΛΛΟΝ Mat 21:19, ΚΑΡΠΟΣ Mat 3:10, ΚΛΑΔΟΣ Mat 21:8.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Τρίβολος Mat 7:16, Heb 6:8.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Συκῆ, -ῆς.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Συκῆ: ονομαστική ενικού.

2) Συκῆν: αιτιατική ενικού.

3) Συκῆς: γενική ενικού.

1) Η λ. Συκῆ στο εδάφιο Luk 13:6 μεταφέρει μια εικόνα αμπελώνα η οποία περιλαμβάνεται σε μια αναφορά που έχει η επίδραση της φύσης στο θέμα αυτό, στο οποίο προδίδει το αίσθημα της εξαιρετικής εκτίμησης που είχαν στη φύση οι θεόπνευστοι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). Ως περιγραφή αποτελεί λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Hab 3:17, Jud 9:8, 8-13.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Fig Tree.

Συκῆ, ῆς, ἡ. see συκέη.

Συκέη, generally contracted ῆ, -έης, ῆς, ἡ, a fig-tree, Herodt. iv, 23; a soft tumor on the eyelids.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Ficus, Arbor Fici, Ficulnea.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Feigenbaum.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Fico.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Figuier.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Higuera.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Figueira.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Vijgeboom.