Ευρετήριο

Συντρίβω / Συντρίβομαι



ΡΙΖΑ: <ΣΥΝ+ΤΡΙΒΩ, α) βλ.λ. Σύν, β) ΤΡΙΒΩ<*TR-I,,,,-BH, ΙΣΩΣ<Ι.Ε.*TER- "διαπερνώ".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Συντρίβω, κατασυντρίβω, θραύω, καταθρυμματίζω, μεταβάλλω σε συντρίμματα, καταστρέφω, αφανίζω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Σύν Col 3:3, 4, Συντρίβω Mat 12:20, Τρῆμα Luk 18:25, Διατρίβω Joh 3:22.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Κλῶ Mat 14:19, Ἐκκλῶ Rom 11:17, Θραύω Luk 4:18, Κατακλῶ Mat 6:41, Ρήγνυμι Mat 9:17, Διαρρήγνυμι Mat 26:65, Προσρήγνυμι Luk 6:48, Κατάγνυμι Mat 12:20, Σχίζω Mat 27:51, Σχῖσμα 9:16.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Φιλῶ Mat 10:37, Συνδέω Heb 13:3, Κολλῶ Mat 19:5, Luk 10:11.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. συντρίβω, Πρτ. συνέτριβον, Μέλ. συντρίψω, Αόρ. συνέτριψα, Πρκ. συντέτριφα.

Μέσ. Ενεστ. συντρίβομαι, Πρτ. συνετριβόμην, Μέλ. μέσ. συντριβήσομαι, Αόρ. μέσ. συνετρίβην, Αόρ. παθ. ἐκυριεύθην, Πρκ. κεκυρίευμαι, Υπερσ. ἐκεκυριεύμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Συντρίβω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: συνθλίβω / συντρίβω / καταστρέφω κάτι ή κάποιον (Rom 16:20…Θεός…συντρίψει τὸν Σατανᾶν ….)..

2) Συντρίβομαι

Α) Αμετάβατο: συνθλίβομαι, συντρίβομαι, καταστρέφομαι (Mat 12:20….Κάλαμον συντετριμμένον…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Συντετριμμένον: αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Συντετρίφθαι: απαρέμφατο παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Συντρίβεται: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Συντριβήσεται: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Συντρίβον: ονομαστική ή αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Συντριψῶσα: ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Συντρίψει: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 2:27: «καὶ ποιμανεῖ αὐτοὺς ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ ὡς τὰ σκεύη τὰ κεραμικὰ συντρίβεται»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:27: Apoc 12:5  Apoc 19:15  Psa 2:9  Dan 2:44  Mic 4:13

1) Η σύνθετη αυτή λ. Συντρίβω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Συντετριμμένον στο εδάφιο Mat 12:20 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 42:1- 4, 9).

3) Η λ. Συντριβήσεται (ου) στο εδάφιο Joh 19:36 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Exo 12:10, Psa 34:20).

4) Η λ. Συντρίβω ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Break, Bruise, rub, crush.

Συντρίβω, f. ίψω, to rub together; to rub, bruise, or crush to pieces; to shatter, to break the power of any one; to weaken or reduce; to afflict with labor, hardship, grief, pain; to beat with many blows or stripes; 1. a. συνέτριψα, part. συντρίψας, ασα, αν, 2. a. ind. act. συνέτριβον· pas. συντρίβομαι, to be beaten soundly, well drubbed; to be broken, bruised, shattered; πονησάντων αὐτῷ τῶν σκευῶν ἤ καί ὅλως συντριβέντων, her rigging injured or even wholly shattered, Demosth. 293, 5; to be overwhelmed with grief; pf. pas. συντέτριμμαι, inf. συντετρίφθαι, part. συντετριμμένος, η, ον, 2. a. ind. pas. συνετρίβην, ης, η, was crushed or dashed to pieces, Æsop; where Gail observes, that this preposition conveys the idea of the whole body or mass; 2. f. pas. συντριβήσομαι, ῃ, εται. Th. τρίβω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Conterer, Comminuere, Confringere, Dilaniare, Frangere, Quassare, Smash.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Smash, Break, Blauer Fleck, reiben, quetschen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: smash, Livido, strofinare, schiacciare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: smash, Ecchymose, frotter, écraser.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: aplastar, Cardenal, frotación, aplaste.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: quebra, Equimose, esfregue, amasse.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: intrappen, Onderbreking Kneuzing, wrijven, pletten.