Ευρετήριο

Σφάζω



ΡΙΖΑ: <ΣΦΑΓ-JΩ, "αποκεφαλίζω", ίσως <ουσ.*ΣΦΑΞ, το οποίο είναι αμάρτυρο.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Φονεύω, αποκτείνω, σκοτώνω, σφάζω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κατασφάζω Luk 19:27, Σφαγή Act 8:32, Rom 8:36, Σφάγιον Act 7:42.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀποκτείνω Mat 10:28, Ἀναιρῶ Act 7:21, Θύω Act 14:13, Φονεύω Mat 8:36, Θανατῶ Rom 8:36, Διαχειρίζομαι Act 5:30, Πατάσσω Mat 26:51.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ζωοποιῶ Joh 5:21.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. σφάζω, Πρτ. ἔσφαζον, Μέλ. σφάξω, Αόρ. ἔσφαξα.

Μέσ. Ενεστ. σφάζομαι, Πρτ. ἐσφαζόμην, Μέλ. μέσ. σφαγήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐσφάγην, Πρκ. ἔσφαγμαι.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Σφάζω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: σφαζω κάποιον, σκοτώνω κάποιον (1Jo 3:12….Ἔσφαξεν τὸν ἀδελφόν αὐτοῦ…).

2) Σφάζομαι

Α) Αμετάβατο: σφάζομαι, σκοτώνομαι (Apoc 18:24…Πάντων τῶν ἐσφαγμένων ἐπί τῆς γῆς….).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐσφάγης: β΄ ενικό οριστικής αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἐσφαγμένην: αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἐσφαγμένον: ονομαστική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Ἐσφαγμένου: γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Ἐσφαγμένων: γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Ἔσφαζεν: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Σφάζουσιν γ΄ πληθυντικό οριστικής μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 5:1,2,5,9: «Κα εδον π τν δεξιν το καθημνου π το θρνου βιβλον γεγραμμνον σωθεν κα πισθεν κατεσφραγισμνον σφραγσιν πτ. κα εδον γγελον σχυρν κηρσσοντα ν φων μεγλ· τς ξιος νοξαι τ βιβλον κα λσαι τς σφραγδας ατο;» «κα ες κ τν πρεσβυτρων λγει μοι· μ κλαε, δο νκησεν λων κ τς φυλς οδα, ῥίζα Δαυδ, νοξαι τ βιβλον κα τς πτ σφραγδας ατο «κα δουσιν δν καινν λγοντες· ξιος ε λαβεν τ βιβλον κα νοξαι τς σφραγδας ατο, τι σφγης κα γρασας τ θε ν τ αματ σου κ πσης φυλς κα γλσσης κα λαο κα θνους»

Τα εδάφια αυτά αναφέρονται στην πρώτη ομάδα από 144.000 αφιερωμένους και βαπτισμένους αληθινούς Χριστιανούς που έχουν λάβει την ελπίδα να υπηρετούν ως ουράνιοι ιερείς και να κυβερνούν από εκεί τη γη ως «βασιλιάδες» με τον Ιησού Χριστό (σημ.: η δεύτερη ομάδα αποτελείται απ΄ ένα σύμμικτο πλήθος πιστών ανθρώπων που θα κατοικούν στη γη. Το πλήθος αυτό είναι γνωστό και αυτό από την Αγία Γραφή ως «άλλα πρόβατα ή πολύς όχλος» (Joh 10:16, Apoc 7:9).

Μέσω της διευθέτησης αυτής τακτοποιούνται «όλα τα πράγματα που βρίσκονται στους ουρανούς καθώς και όλα τα πράγματα που βρίσκονται πάνω στη γη» (Col 1:19,20, Eph 1:10).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 5:12: Hsa 53:7  Apoc 5:6

Apoc 5:6: Joh 19:30  Apoc 5:12

Apoc 6:9: Mat 24:9  1Jo 3:12

Apoc 13:8: Hsa 53:7  Mat 27:50  Apoc 5:6  Apoc 5:12

1) Η λ. Σφάζω σχηματίζει ουσιαστικά ήσσονος σημασίας με υποκορισμό (δηλ. της σμίκρυνσης της σημασίας της πρωτότυπης λέξης). Η κατάληξη τους σε –ιον σχηματίζεται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου (εδώ με τη λ.: Σφάγιον).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Kill, Slay, Smite, Wound, butcher.

Σφάζω, or σφάττω, f. άξω, 1. a. ἔσφαξα, to cut the throat, Eurip. Orest. 1198; to kill, slay; to slaughter a victim; to murder; to butcher, Thucyd. vii; to offer in sacrifice, Xen. Cyr. viii, 3, 11; 2. a. ἔσφαγον, 2. f. pas. σφαγήσομαι, 1. a. pas. ἐσφάχθην, Ion., Herodt. vi, 5, σφαχθείς, 2. a. pas. ἐσφάγην, pf. pas. ἔσφαγμαι. Th. φάω, σφάω, σφάζω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Occidere, Interficere, Butcher.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Metzger / Fleischer.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: macellaio.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: boucher.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: carnicero.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: açougueiro.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: slager, slagerij.