Ευρετήριο

Σῶμα



ΡΙΖΑ: Αγνώστου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Σώμα.

2) α) Η σάρκα ως το υλικό μέρος του ανθρώπου σε αντίθεση με το πνεύμα, β) κατ’ επέκταση οι σωματικές (σαρκικές) απολαύσεις και ηδονές.

3) Η ζωντανή σωματική ύπαρξη, το ανθρώπινο ον, ολόκληρος ο άνθρωπος (ως ζώσα ύπαρξις).

4) Κοινωνία ανθρώπων, η Χριστιανική κοινότητα: i) το σώμα της χριστιανικής εκκλησίας έχει ως κεφαλή τον Ιησού Χριστό, ii) οι αληθινοί χριστιανοί βαπτίζονται όλοι σε ένα σώμα (1Co 12:13), iii) η χρησιμοποίηση των λειτουργιών του ανθρώπινου σώματος ως περιγραφή της λειτουργίας της χριστιανικής εκκλησίας, παρομοιάζοντας τα μέλη της μ’ ένα σώμα που έχει ως (αόρατη) κεφαλή τον Ιησού Χριστό, iv) το σώμα της χριστιανικής εκκλησίας τρέφεται καλά από πνευματική άποψη για να επιτελεσθεί το πνευματικό έργο του.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Σωματικός Luk 3:22, Σωματικῶς Col 2:9, Σύσσωμος Eph 3:16.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Σάρξ Mat 19:5, Col 1:22, Αἷμα Mat 16:17, Ὀστοῦν Luk 24:39, Μέλος 1Co 6:15, Ψυχικός 1Co 15:44, Ψυχή Mat 2:20, 6:25, 10:28.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Πνεῦμα 1Co 12:27.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης ουδετέρου γένους: Σῶμα, -ατος.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Σῶμα: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού.

2) Σώματα: Ονομαστική ή αιτιατική πληθυντικού.

3) Σώματι: Δοτική ενικού.

4) Σώματος: Γενική ενικού.

5) Σωμάτων: Γενική πληθυντικού.

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 4:6: «κα νπιον το θρνου ς θλασσα αλνη μοα κρυστλλ. Κα ν μσ το θρνου κα κκλ το θρνου τσσαρα ζα γμοντα φθαλμν μπροσθεν κα πισθεν.»

Apoc 5:8: «Κα τε λαβεν τ βιβλον, τ τσσαρα ζα κα ο εκοσι τσσαρες πρεσβτεροι πεσαν νπιον το ρνου χοντες καστος κιθραν κα φιλας χρυσς γεμοσας θυμιαμτων, α εσιν α προσευχα τν γων»

Apoc 18:11-13: «Κα ο μποροι τς γς κλαουσιν κα πενθοσιν π ατν, τι τν γμον ατν οδες γορζει οκτι γμον χρυσο κα ργρου κα λθου τιμου κα μαργαριτν κα βυσσνου κα πορφρας κα σιρικο κα κοκκνου, κα πν ξλον θϊνον κα πν σκεος λεφντινον κα πν σκεος κ ξλου τιμιωττου κα χαλκο κα σιδρου κα μαρμρου, κα κιννμωμον κα μωμον κα θυμιματα κα μρον κα λβανον κα ονον κα λαιον κα σεμδαλιν κα στον κα κτνη κα πρβατα, κα ππων κα εδν κα σωμτων, κα ψυχς νθρπων.»

Όλα τα πολύτιμα πράγματα και αντικείμενα, κατά τους ιστορικούς της εποχής, ήταν είδη πολυτελείας, τα οποία πωλούσαν οι έμποροι σε πολύ υψηλές τιμές, όπως π.χ. τα μαργαριτάρια και η πορφύρα (παραβ. Mat 13:46). Πελάτες στους εμπρόρους ειδών πολυτελείας ήταν οι ηγεμόνες, οι εξέχοντες πολίτες και τα επιφανή πρόσωπα. Γνωστή «πορφυροπῶλις» ήταν η Λυδία από τα Θυάτειρα που έμενε στους Φιλίππους (Act 16:14,40).

Σχετικά με όλα αυτά, ο θεόπνευστος Λόγος του Θεού αναφέρει: «Ὡσαύτως [καὶ] γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν καὶ χρυσίῳ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ» (1Ti 2:9).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:13: Jek 27:13

1) Η λ. Σῶμα ανήκει στην κατηγορία των ουσιαστικών με κατάληξη: –ΜΑ, τα οποία προσφέρουν τη δυνατότητα στον τομέα της παραγωγικής μορφολογίας της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας να παράγονται νέες λέξεις.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Body.

Σῶμα, ατος, τό, a body; in Homer, a dead body, corpse, or carcass, and δέμας, a living one, λέων ἐπί σώματι κύρσας, as a lion when he meets with a carcass, Hesiod. Sc. 420; a body or mass of matter; τοῖς πολλοῖς τῶν σωμάτων, Plat. Legg. x, 908, A; a member; also, a person in general; σώματα ἄδικα, guilty persons, Eurip. Suppl. 223; ἵν’ ἡ πόλις ἔχῃ ὑπεύθυνα σώματα, that the state may have responsible persons, Æschin. c. Ctes. 13; Plat. Polit. 288, D; pl. σώματα, which is also used for slaves; ἀνθρώπου σῶμα οὐδέν, for ἄνθρωπος οὐδείς, no person, Herodt. i, 32; τῷ σώματι ἐργάζεσθαι, to live by prostitution, Demosth. 1351, 21; περί τοῦ σώματος ἀγωνίζομαι, to struggle for one’s life, Id. 166, 10; also, for one’s freedom, Id. 167, 36.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Corpus, Membra, Mancipium.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Körper.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Corpo.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Corps.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Cuerpo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Corpo.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Lichaam.