Ευρετήριο

Ρέδη




ΡΙΖΑ: <λατ. RHEDA "είδος οχήματος, άμαξα".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Άμαξα.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἅρμα Apoc 18:13.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὁδοιπορία 2Co 11:26,Ὁδοιπορῶ Act 10:9.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: ῾Ρέδη,-ης.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) ῾Ρέδων: Γενική πληθυντικού.

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 4:6: «κα νπιον το θρνου ς θλασσα αλνη μοα κρυστλλ. Κα ν μσ το θρνου κα κκλ το θρνου τσσαρα ζα γμοντα φθαλμν μπροσθεν κα πισθεν.»

Apoc 5:8: «Κα τε λαβεν τ βιβλον, τ τσσαρα ζα κα ο εκοσι τσσαρες πρεσβτεροι πεσαν νπιον το ρνου χοντες καστος κιθραν κα φιλας χρυσς γεμοσας θυμιαμτων, α εσιν α προσευχα τν γων»

Apoc 18:11-13: «Κα ο μποροι τς γς κλαουσιν κα πενθοσιν π ατν, τι τν γμον ατν οδες γορζει οκτι γμον χρυσο κα ργρου κα λθου τιμου κα μαργαριτν κα βυσσνου κα πορφρας κα σιρικο κα κοκκνου, κα πν ξλον θϊνον κα πν σκεος λεφντινον κα πν σκεος κ ξλου τιμιωττου κα χαλκο κα σιδρου κα μαρμρου, κα κιννμωμον κα μωμον κα θυμιματα κα μρον κα λβανον κα ονον κα λαιον κα σεμδαλιν κα στον κα κτνη κα πρβατα, κα ππων κα εδν κα σωμτων, κα ψυχς νθρπων.»

Όλα τα πολύτιμα πράγματα και αντικείμενα, κατά τους ιστορικούς της εποχής, ήταν είδη πολυτελείας, τα οποία πωλούσαν οι έμποροι σε πολύ υψηλές τιμές, όπως π.χ. τα μαργαριτάρια και η πορφύρα (παραβ. Mat 13:46). Πελάτες στους εμπρόρους ειδών πολυτελείας ήταν οι ηγεμόνες, οι εξέχοντες πολίτες και τα επιφανή πρόσωπα. Γνωστή «πορφυροπῶλις» ήταν η Λυδία από τα Θυάτειρα που έμενε στους Φιλίππους (Act 16:14,40).

Σχετικά με όλα αυτά, ο θεόπνευστος Λόγος του Θεού αναφέρει: «Ὡσαύτως [καὶ] γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν καὶ χρυσίῳ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ» (1Ti 2:9).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:13: Jek 27:13

1) Η λ. ῾Ρέδη θεωρείται ότι έχει Λατινική ή Κέλτικη προέλευση. Το φαινόμενο αναφέρεται ως επίδραση του πρωτότυπου κειμένου από άλλες (ξένες, έξω κλασσικές) γλώσσες. (Σημείωση: Οι ειδικοί χαρακτηρίζουν το φαινόμενο αυτό ως βαρβαρισμό (δηλ. επίδραση που έχει υποστεί η Ελληνική γλώσσα από ξένες γλώσσες).

2) Η λ. ῾Ρέδη χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

3)Ρέδη, ἡ, Λατ. rheda, άμαξα, καὶ ἵππων καὶ ῥεδῶν Apoc 18:13.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Chariot.

῾Ρέδη, ης, , a chariot, a carriage called a rheda, with four wheels. Used by no writer before St. John, Apoc. xviii, 13.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Rheda.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Streitwagen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Carro.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Char.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Carruaje.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Biga.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Strijdwagen.