Ευρετήριο

Ρυπαρός




ΡΙΖΑ: ῾ΡΥΠΟΣ+(καταλ.)-ΑΡΟΣ, ῾ΡΥΠΑΡΟΣ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ρυπαρός, βρώμικος, λερωμένος.

2) (Μεταφ.) ρυπαρός, ηθικά ακάθαρτος, εξαχρειωμένος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ῾Ρύπος 1Pe 3:21, ῾Ρυπαρία Jac 1:21, ῾Ρυπαίνω Apoc 22:11.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Σπῖλος Eph 5:27, Μῶμος 2Pe 2:13, Ἀκάθαρτος Mat 10:1, Αἰσχρός Tit 1:11, Μολυσμός 2Co 7:1, Περικάθαρμα 1Co 4:13, Μιασμός 2Pe 2:10, Μίασμα 2Pe 2:20.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἁγνός 2Co 7:11, 11:2, Phl 4:8, 1Ti 5:22, Ἁγνίζω Act 21:24, 26, 1Jo 3:3, Καθαρός Mat 23:26, Luk 11:41, Καθαίρω Joh 15:2, Λαμπρός Luk 23:11.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ος, -α, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) ῾Ρυπαρᾷ: δοτική ενικού θηλυκού γένους.

2) Ρυπαρός: ονομαστική ενικού αρσενικού γένους.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 12:11: «ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ῥυπαρὸς ῥυπανθήτω ἔτι».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 22:11: 2Ti 3:13  Jude 10

1) Η λ. ῾Ρυπαρός χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Filthy, Vile, Grimy.

῾Ρυπαρός, ά, όν, filthy, dirty, foul; squalid; avaricious, mean, sordid. Fr. ῥύπος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Sordidus, In Sordibus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schmutzig.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Sudicio.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Crasseux.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Mugriento.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Encardido.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Smerig.