Ευρετήριο

Ταλαίπωρος




ΡΙΖΑ: Βλ.λ. Ταλαιπωρία.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ταλαίπωρος, άθλιος, δυστυχής, δεινοπαθών, αυτός που υποφέρει, που περνά ή έχει περάσει μεγάλες δοκιμασίες.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ταλαιπωρία Rom 3:16, Ταλαιπωρῶ Jac 4:9.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Κακῶς Mat 21:41, Ἐλεεινός Apoc 3:17, Κακοπάθεια Jac 5:10, Κάκωσις Act 7:34, Ἀσθένεια 1Co 2:3, Βάσανος Mat 4:24, Πάθημα Rom 8:18, Θλῖψις Rom 2:9, Κόπος, Μόχθος 2Co 11:27, 2Th 3:8.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἄνεσις 2Co 2:13, 2Th 1:7, Ἀνάψυξις Act 3:19.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, δικατάληκτο σε -ος, -ος, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ταλαίπωρος: ονομαστική ενικού αρσενικού γένους.

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 3:17-18: «ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδὲν χρείαν ἔχω, καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εὁ ταλαίπωρος καἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός, συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καἱμάτια λευκἵνα περιβάλῃ καὶ μὴ φανερωθἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καὶ κολλ[ο]ύριον ἐγχρῖσαι τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς.»

Στη Λαοδίκεια υπήρχαν πολυάριθμοι Ιουδαίοι. Ήταν μια αξιόλογη εμπορική πόλη, γνωστή από την εξαγωγή υφασμάτων. Ήταν επίσης έδρα διδασκαλείου ιατρών.

Λόγω του πλούτου και του τρόπου ζωής τους, με τα θέατρα, τα στάδια και τα γυμναστήρια της πλούσιας πόλης τους, οι Λαοδικείς «ήταν άτομα που αγαπούσαν τις απολαύσεις μάλλον παρά τον Θεό» (2Ti 3:4).

Οι πλούσιοι, λοιπόν, Λαοδικείς ήταν φτωχοί από πνευματική άποψη χωρίς θησαυρούς συσσωρευμένους στον ουρανό (Mat 6:19-21). Δεν είχαν κρατήσει το μάτι τους απλό με το να βάλουν πρώτα στη ζωή τους τη Βασιλεία του Θεού. Βρίσκονται, λοιπόν, πραγματικά στο σκοτάδι, είναι τυφλοί χωρία καμία πνευματική όραση (Mat 6:22,23,33).

Έτσι σαν θύματα του υλισμού, στα μάτια του Ιησού Χριστού ήταν γυμνοί (Apoc 16:15).

Παρόμοια και σήμερα υπάρχει διάχυτη η αυτοπεποίθηση-παγίδα, η οποία πηγάζει από την εμπιστοσύνη στους ανθρώπινους πόρους και στα υλικά αποκτήματα.

Μερικοί «πιστοί Χριστιανοί» σαν τους εκκλησιαζόμενους του Χριστιανικού κόσμου παραμελούν τις Χριστιανικές πνευματικές συναθροίσεις με το να είναι απλά εικονικοί «εκτελεστές του Λόγου» (Jac 1:22). Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις έχουν προσηλώσει τη διάνοια και την καρδιά τους στα σύγχρονα μέσα διαβίωσης (αυτοκίνητα, σπίτια, ρούχα, απολαύσεις κάθε είδους) και οδηγούνται σε μια πνευματική εξασθένιση (Heb 5:11,12). Τελικά έχοντες μια χαλαρή συνείδηση, διατηρούν και διακρίνονται για μια πνευματική χαλαρότητα και γι’ αυτό χαρακτηρίζονται ως ένα είδος ανθρώπου ταλαίπωρου, αξιολύπητου, φτωχού, τυφλού και γυμνού (Apoc 3:17). Όμως παρά τη θλιβερή αυτή κατάσταση υπάρχει θεραπεία σύμφωνα με τη συμβουλή του Ιησού στο παρόν εδάφιο (3:18).

Το αληθινό Χριστιανικό «χρυσάφι» καθαρισμένο από φωτιά και χωρίς ακαθαρσίες πλέον, γίνεται «πλούσιο ως προς τον Θεό» (Luk 12:21). Οι αληθινοί Χριστιανοί δαπανούν τον εαυτό τους και εργάζονται για ό,τι είναι αγαθό, γίνονται πλέον πλούσιοι σε καλά έργα, θησαυρίζοντας τον εαυτό τους με ασφάλεια, ένα καλό θεμέλιο για το μέλλον, κρατώντας γερά την πραγματική ζωή (1Ti 6:17-19, βλ. και Pro 3:13-18).

Τέλος οι Λαοδικείς (όπως και όλοι οι σημερινοί άνθρωποι) πρέπει ν’ αναζητήσουν θεραπεία για την πνευματική τελείωσή τους, αγοράζοντας από τον Ιησού ένα είδος «πνευματικού κολλυρίου»: αυτό παρέχει πνευματική διάκριση και έτσι μπορούν να βαδίζουν το «δρόμο των δικαίων», προσηλώνοντας το βλέμμα τους στην εκτέλεση του θελήματος του Θεού (Pro 4:18, 25-27).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:17: Ho 12:8

1) Η λ. Ταλαίπωρος χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Wretched, Miserable.

Ταλαίπωρος, ου, ὁ, ἡ, suffering from toil, miserable, wretched, Æschyl. Prom. 231; unhappy, troubled; τό ταλαίπωρον, as ἡ ταλαιπωρία, capable of enduring toil, Aristoph. Nub. 414; unweariedness, perseverance, endurance. Fr. τλάω and πωρός.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Infelix, Miser.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Elend.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Miserabile.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Misérable.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Miserable.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Miserável.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Ellendig.