Ευρετήριο

Τέχνη




ΡΙΖΑ: <ΤΕΚΤ-ΣΝΑ, (με σίγηση του ενδοσυμφωνικού -Σ-)<θ. ΤΕΚΤ- (βλ.λ. Τέκτων).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Η επιτηδειότητα, τέχνη, δεξιότητα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Τεχνίτης Act 19:24, Ὁμότεχνος Act 18:3, Ἀρχιτέκτων 1Co 3:10.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Δημιουργός Heb 11:10, Ἐργάζομαι Mat 25:16, Ἐργασία Act 16:16, 19, Περίεργος Act 19:19, Κτίστης 1Pe 4:19, Ἐπίνοια 8:22, Ἐπιμέλεια Act 27:3, Ἐπιμελῶς Luk 15:8.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Τέχνη, -ης.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Τέχνη: ονομαστική ενικού.

2) Τέχνῃ: δοτική ενικού.

3) Τέχνης: γενική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 18:22: «καὶ φωνὴ κιθαρῳδῶν καὶ μουσικῶν καὶ αὐλητῶν καὶ σαλπιστῶν οὐ μὴ ἀκουσθῇ ἐν σοὶ ἔτι, καὶ πᾶς τεχνίτης πάσης τέχνης οὐ μὴ εὑρεθῇ ἐν σοὶ ἔτι, καὶ φωνὴ μύλου οὐ μὴ ἀκουσθῇ ἐν σοὶ ἔτι»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:22: Hsa 24:8, Jek 26:13

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Techne.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Art, Craft, Trade, Workmanship, Artfulness, Metier.

Τέχνη, ης, , art, in general; an art, a trade; skill, Thucyd. v, 18; vii, 36; dexterity; a profession; an art of science; a work of art; a machine; a trick, device, stratagem, fraud, cheat; a quibble, Æschin. c. Ctes. in Coll. Maj. iii, 15; ἀνθρωπεία τέχνη οὐδεμία, no human skill, Thucyd. ii, 47; μηδεμιῇ τῳ τέχνῃ, nor on any account, Soph. Phil. 771; πάσῃ τέχνῃ, by all means, Aristoph. Thesm. 65; οὐκ ἔχεις τέχνην, you have no pretext, Eurip. Med. 323; ᾦπερ τῆς τέχνης μάλιστα ἐπίστευον, in which manœuvre they placed great confidence, Thucyd. vii, 36. It is frequently understood after adjectives expressive of ability or professional skill; as, μαντική, ἰατρική, etc. Fr. τεύχω or τέκω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Ars, Artificium, Sollertia, Fabrica, Professio.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Kunst, Malerei.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Arte, Opere D'arte.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Art, Artifice, Habileté, Ruse.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Arte.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Arte, Habilidade, Astúcia, Destreza, Capacidade, Estudo.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Kunst, Techniek.