Ευρετήριο

Σάκκος



ΡΙΖΑ: Σημιτικό δάνειο, παραβ. Εβρ. SAG.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Χοντρό, τρίχινο ένδυμα το οποίο φορούσαν οι Εβραίοι προφήτες, κήρυκες μετάνοιας και πενθούντες.

2) Χονδρό τρίχινο ύφασμα που γίνεται ένας σάκος ή σακίον ή ακόμη και ένα κόσκινο.

3) Σάκος, σακί ή σακίδιο από δέρμα ή ύφασμα που χρησιμοποιείται ως θήκη για φύλαξη ή μεταφορά κάθε είδους πράγματος ή προϊόντος.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐνδύω Mar 1:6, Ἐνδιδύσκω Luk 16:19, Ἔνδυμα Mat 3:4, Ὑφαντός Joh 19:23, Ἱματίζω Luk 8:35, Ἱμάτιον Mat 5:40, Ἱματισμός Luk 7:25, Ἐγκομβοῦμαι 1Pe 5:5, Ἀμφιέννυμι Luk 7:25, Ἐπενδύω 2Co 5:2,4, Ἐπενδύτης Joh 21:7, Χιτών Mat 5:40, Χλαμύς Mat 27:28, 31, Στολή Mar 12:38, Τρίχινος Apoc 6:12, Θρίξ Mat 3:4, Γυμνός 2Co 5:3, Γυμνιτεύω 1Co 4:11.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Μαλακά (ἱμάτια) Luk 7:25.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Σάκκος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Σάκκος: ονομαστική ενικού.

2) Σάκκους: αιτιατική πληθυντικού.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Σάκκος ἢ σάκος, ὁ, πρόστυχον ὕφασμα ἐκ τριχῶν μάλιστα δὲ ἐξ αἰγείων τριχῶν, Λατ. cilicium, σάκκος τρίχινος Apoc 6:12, πρβλ. Ο΄ (Hsa 50:3, Sosr 25:17).

ΙΙ. τὸ ἐκ τοιούτου ὑφάσματος πεποιημένον:

1) σάκκος, σακκίον, σάκκους τε ἐπ’ ἁμαξέων εὕρισκον Ἡροδ. 9. 80, Ἀριστοφ. Ἀχ. 745, Λυσ. 1211.

2) κόσκινον λεπτόν, “σῆττα”, ἢ ἠθμός, στραγγιστήριον, μάλιστα τοῦ οἴνου, Ἱππῶναξ 48 (ἰδὲ Welcker, 42), Πολυδ. Ϛ΄, 19.

3) ἔνδυμα τραχύ, ὅπερ ἐνεδύοντο οἱ Ἰουδαῖοι πενθοῦντες, Ο΄ (Gen 37:34), Luk 10:13, Ἰωσήπ. Ἰουδ. Πόλ. 2. 12, 5, πρβλ. Πλούτ. 2. 329C· ἀκολούθως λέγεται ἐπὶ τοῦ ἱματισμοῦ τῶν μοναχῶν, Ἐκκλ.·— ἀλλὰ παρὰ Βυζαντίνοις, ἐπενδύτης στενῶς ἐφαρμοζόμενος εἰς τὸ σῶμα, ὃν ἔφερον οἱ αὐτοκράτορες καὶ οἱ πατριάρχαι.

ΙΙΙ. τραχεῖα γενειὰς ὁμοία πρὸς ὕφασμα τρίχινον, σάκον πρὸς ταῖν γνάθοιν ἔχειν Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 502· πρβλ. σακεσφόρος ΙΙ.

Λέγεται ὅτι ὁ τύπος σάκος εἶναι Ἀττικός, Αἰλ. Διον. παρ’ Εὐστ. 940. 17, Φρύνιχ. 257, Θωμ. Μάγιστρ. 789, κλπ.· τὸν δὲ τύπον σάκκος καλεῖ Δωρικὸν ὁ Φρύνιχ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ἑλληνικὸν ὁ Μοῖρις καὶ Θωμᾶς Μάγιστρ., κωμικὸν δὲ ὁ Πολυδ. Ζ΄, 191. Ἐν Ἀριστοφ. Ἀχ. 822, Ἐκκλ. 502, σάκος ἀπαιτεῖ τὸ μέτρον, ὡς ἀπαιτεῖ σάκκος ἐν Ἀχ. 745, καὶ παρ’ Ἱππών. ἔνθ’ ἀνωτ.· τὰ Ἀντίγραφα τοῦ Ἡροδ. ἔχουσι σάκκος. (Ἴσως ἡ λέξις, ὡς τὸ πρᾶγμα, παρελήφθη ἐκ τῶν Φοινίκων, πρβλ. τὸ Ἐβραϊκὸν saq).

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 6:12: «Καὶ εἶδον ὅτε ἤνοιξεν τὴν σφραγῖδα τὴν ἕκτην, καὶ σεισμὸς μέγας ἐγένετο καὶ ὁ ἥλιος ἐγένετο μέλας ὡς σάκκος τρίχινος καὶ ἡ σελήνη ὅλη ἐγένετο ὡς αἷμα»

Apoc 11:3: «Καὶ δώσω τοῖς δυσὶν μάρτυσίν μου καὶ προφητεύσουσιν ἡμέρας χιλίας διακοσίας ἑξήκοντα περιβεβλημένοι σάκκους. »

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 6:12: Hsa 50:3

Apoc 11:3: Apoc 19:10  Psa 69:11

1) Η λ. Σάκκος στο εδάφιο Mat 11:21, Luk 10:13 θεωρείται ξένη και ενσωματώθηκε στην «Κοινή» Ελληνική γλώσσα ως δανεική και ως τέτοια περιλαμβάνεται στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η λέξη Σάκκος χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Sackcloth.

Σάκκος, and σάκος, ου, ὁ, a sack, Aristoph. Acharn. 745; sackcloth; a coarse covering; a long beard, Id. Eccl. 502. Engl. A SACK. See σάγος.

Σάκος, εος, τό, a buckler, a shield, Il. v, 619; et passim; σάκευς, Dor. for σάκους, from σάκεος, for the Dorians often change the genit. ου into ευ. The σάκος was probably made originally of wattles, and covered with hides. It seems to have been small and not so strong as the ἄσπις. Th. σάττω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Cilicium, Saccus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Sackleinen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Tela Di Sacco.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Toile A Sac.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Sayal.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Aniagem.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Jute.