Ευρετήριο

Σαλπίζω


ΡΙΖΑ: <ΣΑΛΠΙΓΓ-JΩ<ΣΑΛΠΙΓΞ-ΙΓΜΟΣ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Σαλπίζω, φυσώ τη σάλπιγγα.

2) (Μεταφ.) αναγγέλλω παντού, διατυμπανίζω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: ΣΑΛΠΙΓΞ Mat 24:31, ΣΑΛΠΙΣΤΗΣ 18:22.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἠχώ 1Co 13:1, Ἦχος Act 2:2, Ἐξηχῶ 1Th 1:8, Φωνή Joh 3:8, Φθόγγος 1Co 14:7.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Σιωπῶ Mar 3:4, 4:39, Ἄφωνος 1Co 14:10, Ἄδηλος 1Co 14:8.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. σαλπίζω, Πρτ. ἐσάλπιζον, Μέλ. σαλπίσω, Αόρ. ἐσάλπισα, Πρκ. ἠγάπηκα, Υπερσ. ἠγαπήκειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Σαλπίζω

Α) Αμετάβατο: σαλπίζω (Apoc 8:6….Ἡτοίμασαν ἑαυτούς ἵνα σαλπίσωσι), διατυμπανίζω (Mat 6:2…Μὴ σαλπίσῃς ἔμπροσθέν σου).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐσάλπισεν: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

2) Σαλπίζειν: απαρέμφατο ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) Σαλπίσει: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

4) Σαλπίσῃς: β΄ ενικό υποτακτικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Σαλπίσωσιν: γ΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ:

Σαλπίζω (εξαγγέλω) (Apoc 11:11-15)

Οι βαρυσήμαντες εξαγγελίες των εδαφίων Apoc 11:15-19 αποτελούν προοίμιο των οραμάτων που ακολουθούν. Το 12ο κεφάλαιο της Αποκάλυψης κάνει μια αναδρομή και επεκτείνεται σε λεπτομέρειες γύρω από τις σημαντικές ανακοινώσεις που γίνονται στα εδάφια Apoc 11:15, 17.

Το 13ο κεφάλαιο παρουσιάζει το ιστορικό φόντο του εδαφίου 11:18, καθώς περιγράφει την προέλευση και την εξέλιξη της πολιτικής οργάνωσης του Σατανά η οποία έχει επιφέρει καταστροφή στη γη.

Το 14ο και το 15ο κεφάλαιο παρουσιάζουν λεπτομερώς περαιτέρω κρίσεις της Βασιλείας που σχετίζονται με το έβδομο σάλπισμα και το τρίτο «αλίμονο».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 8:13: Apoc 8:2

Apoc 9:1: Apoc 8:2

Apoc 9:13: Apoc 11:15

Apoc 10:7: Apoc 11:15

Apoc 11:15: Apoc 8:6  1Ch 29:11  Psa 22:28  Psa 97:1  Dan 4:17  Dan 4:34  Apoc 12:10

{slider=Μετάφραση}

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: To Sound A Trumpet.

Σαλπίζω, f. ίγξω, and ίσω (only with later and unclassical writers), 1. a. ἐσάλπιγξα, to sound a trumpet; to resound, ἀμφί δέ σάλπιγξεν μέγας οὐρανός, Il. xxi, 388; to announce, proclaim; to give a signal by sound of trumpet. Fr. σάλπιγξ.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Tuba Cano, Ut Tuba Canerent, Buccino, Lituo, Tuba Canere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Zu Posaunen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Al Suono Di Una Tromba.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: A Sonner La Trompette.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Sonar Una Trompeta.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Para Tocar Trombeta.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Een Trompet Klinken.