Ευρετήριο

Φαίνω (Α)


Φαίνω (Β) Κ.Δ. (Ε.Γ./ΚΕΙΜ.)

Φαίνω (ΟΜ)

ΡΙΖΑ: Φάω.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Φέρω κάτι στο φως, κάνω κάτι να φανεί.

2) Δείχνω, επιδεικνύω, φανερώνω, κάνω κάτι γνωστό, γνωστοποιώ.

3) Αποκαλύπτω, απογυμνώνω, ξεσκεπάζω.

4) Δίνω, παραχωρώ, παρέχω.

5) (Επί ήχου) κάνω κάτι φανερό στο αυτί, το κάνω να ηχήσει.

6) Αποσαφηνίζω, επεξηγώ, ερμηνεύω.

7) Μηνύω κάποιον.

8) Καταγγέλλω κάτι ως παράνομο, ότι εισήχθηκε λαθραία από έξω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Φαίνομαι, Φανερόν, Φάσις, Ἀπόφασις, Ἔμφασις, Ἐπίφασις, Ἐπιφανής, Διαφανής, Ἐκφανής, Καταφανής, Περιφανής, Προφανής, Ἀφανής, Ἀριστοφάνης, Φάσμα, Συκοφάντης, Συκοφαντῶ, Φανερός, Ἄφαντος, Ἀπόφανσις.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀποδείκνυμι, Δείκνυμι, Δηλῶ, Δοκεῖ, Ἐλέγχω, Ἐπιδείκνυμι, Καταγγέλλω, Μηνύω, Δοκῶ, Νομίζομαι.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀόρατον, Κρυφόν, Ἀπόκρυφον, Ἀνήκουστον, Δυσερμήνευτον, Ἄφαντον.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. φαίνω, Πρτ. ἔφαινον, Μελ. φανῶ, Αόρ. α΄ ἔφηνα, Αόρ. β΄ ἔφανον, Πρκ. πέφαγκα, Πρκ. β΄ πέφηνα, Υπερσ. μόνον ἐπεφήνεις.

Ενεστ. φαίνομαι, Πρτ. ἐφαινόμην, Μέλ. φανοῦμαι, Μέλ. παθ. φανήσομαι, Αόρ. ἐφηνάμην, Αόρ. παθ. α΄ ἐφάνθην, Αόρ. παθ. β΄ ἐφάνην, Πρκ. α΄ πέφασμαι, Πρκ. β΄ πέφηνα, Υπερσ. ἐπεφάσμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ-ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ):

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Η λ. παρουσιάζει τη δυνατότητα της εμφάνισης σε κάθε περίπτωση για κάτι που είναι ορατό και το οποίο αναλόγως έρχεται στο φως για κάποιο λόγο. Ως ρήμα φαίνομαι και ως ουσιαστικό ἐμφάνισις γίνεται φανερό ότι έρχεται στο φως ολόκληρο το φάσμα της πραγματικότητας της παρουσίας σε φυσικά ορατά πλαίσια, καθώς ελλείψει της δυνατότητας εμφάνισης τα πάντα καθίστανται άφαντα, αόρατα και εξαφανισμένα.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Look, Seem, Appear, Shew, Show, Peer.

Φαίνω, f. φανῶ, pf. πέφαγκα (?), to bring to light; to show, point out, make appear, make known; to make clear, manifest; to display; to utter a sound; to declare, indicate; to make manifest or to ratify, Soph. Œd. C. 717; to give light to; to bring an information or complaint against; to inform against, Aristoph. Acharn. 826, 7; Id. Eq. 300; Isoc. c. Callim., p. 494; 1. a. ἔφηνα, 2. pf. πέφηνα, to appear, Herodt. ix, 120; ἡ διδάσκαλος τέχνης πάσης βροτοῖς πέφηνε, Æschyl. Prom. 111; also Soph. Œd. C. 330, mid. φαίνομαι, to show one’s self; 1. a. mid. ἐφηνάμην, often in an active sense with Demosth. (Olynth. I, 1323, 15) and others, Soph. Phil. 944; to appear; to rise; to shine; to appear to belong to, with the gen., Il. iii, 457; to seem (i.e. to appear evidently to be; not in the sense of δοκέω, which denotes an uncertainty); to be denounced or accused; f. m. φανοῦμαι, 1. a. pas. ἐφάνθην, Epic φαάνθην· ἐξὸν τὰ ἡμίσεα τῶν φανθέντων λαβεῖν, Demosth. 1325, pen.; τὰ φανθέντα, things announced or declared, Demosth.; pf. pas. πέφαμμαι, and Αττ. p;efasmai, 2. α. ind. pas. ἐφάνην, part. φανείς, inf. Ion. φανήμεναι, hence φανῆναι, Il. ix, 240; 1. f. pas. φανθήσομαι, 2. f. pas. φανήσομαι, ῃ, εται, Eurip. Androm. 343, with a participle; sometimes the infinitive, Æschyl. Prom. 217; οὐ μέντοι ἦττον ἐφαίνεται πρέπειν ἣν οἱ Θρᾷκες ἔπεμπον, that exhibition, however, did not appear less distinguished which the Thracians sent, Plat. Polit. I, 1. Buttmann, Irreg. Verbs, says that φαίνω is contracted from the old φαείνω, as αἴρω is from ἀείρω. This seems to be entirely without foundation, and the very reverse is the fact. If αἴρω were from ἀείρω, it would be, according to analogy, ᾄρω, as ᾄδω is unquestionably from ἀείδω. The root is φα· φάω, φάνω, φαίνω, and Poet. φαείνω. See φάε, Odys. xiv, 502.

φαίνω, Od.7.102, etc., Ep. also φαείνω (q. v.):—fut. φᾰνῶ, A.Fr. 304.5, Ar.Ach.827, etc. (φᾱνῶ acc. to A.D.Adv.187.26, but φᾱνῶ, Ar. Eq.300, and ἀναφᾱνῶ, E.Ba.528, are dub.); Ion. φᾰνέω(ἀπο-) Hp.Steril. 213, opt.

φᾰνοίην S.Aj.313 (cod. rec., rightly): aor. 1 ἔφηνα Il.2.318, Hdt.1.95, etc.; Dor. ἔφᾱνα Pi.I.4(3).2, IG42(1).123.28 (Epid., iv B.C.), also later Att., subj., ἀπο-φάνῃ dub. l. in IG22.1631.379 ( = 2.811c133); φάνῃς Philem.233 (ἐκ-φάνῃς Men.Mon.418 = Chares Iamb.4b20); so in late Prose, (ἐξ-) Ael.VH12.33, (ἐπι-) Ev.Luc.1.79, (ἀνα-) Act.Ap. 21.3; Ep. iter. φάνεσκε (intr.) Il.11.64, al., Hes.Fr.14.3: pf. πέφαγκα Ps.-Callisth.2.10, (ἀπο-) Din.1.15, al.: intr. pf. πέφηνα (v. infr.A 111.2), Dor.3pl. ἐκ-πεφάναντι Sophr.83; plpf. ἐπεφήνειν D.C.46.10:—Med., fut. inf. φᾰνεῖσθαι Od.12.230, Ion. φᾰνέομαι Hdt.3.35; opt. φανοῖσθε Lys.26.10 (nisi leg. φανεῖσθε); the forms φανῆσθον and Dor. imper. φάνευ are corrupt in Pl.Erx.399e, Teles p.58 H. (leg. φαίνευ): aor. 1 ἐφηνάμην (trans.) S.Ph.944, (ἀπ-) Hdt.7.52, etc.:—Pass., Ion. impf. φαινέσκετο Od.13.194: fut. φᾰνήσομαι Hdt.8.108, Sicilian Dor. (inf.) φᾰνήσειν (fort. -ησεῖν) Archim.A ren.4.20; Ep. fut. πεφήσεται Il.17.155: aor. 1 ἐφάνθην A.Pers.263 (lyr.), S.OT525, etc.:rare in Prose, X.HG6.4.11, D.58.13, (ἀπο-) IG12.10.35, D.19.44; Ep. 3sg. φαάνθη Il.17.650, 3pl. φάανθεν 1.200: aor. 2 ἐφάνην [ᾰ], Ep. φάνην Il.1.477, etc.; Ep. 3pl. φάνεν Od.18.68; Ep. subj. φανήῃ Il.19.375; Ep. inf. φανήμεναι 9.240: pf. πέφασμαι S.OC1543, 3sg. πέφανται Il.2.122, 16.207, Pi.P.5.115, A.Ag.374(lyr.); πέφᾰται in B.9.52, Perict. ap. Stob. 4.28.19 belongs either to φαίνω in sense A. 1.5, or to φημί; inf. πεφάνθαι Pl.Euthd.294a, etc.; part. πεφασμένος Il.14.127, Thgn.227, A.Pr. 843, S.OC1122, Pl.Phdr.245e, etc.; 3pl. plpf. ἐπέφαντο Hes.Sc. 166.

Act., bring to light, cause to appear, in physical sense, τέρας τινὶ φ. make a sign appear to one, Il.2.324, cf. Od.3.173, etc.; σήματα φαίνων Il.2.353; γένυσι φ. ὀπώραν Pi.N.5.6; δύο μορφὰς φ. A.Fr.304.5; τὸν αὐχένα Hdt.2.132; ἔφην' ἄφαντον φῶς, i.e. fire, S.Ph.297; λαμπάδας Ar.Ra.1524 (anap.); φ. θησαυρόν E.El.565; φ. μηρούς, ἐπιγουνίδα, show by baring, i.e. uncover . . , Od.18.67,74; φαίνοισα πρόσωπον ἀλάθεια Pi.N.5.17; reflect an image in water, τὰ δέ νιν καλὰ κύματα φαίνει Theoc.6.11:—Med., τὰ τόξα . . τοῖσιν Ἀργείοισι φήνασθαι θέλει exhibit them as his own, S.Ph.944.

make known, reveal, disclose, ἐς τὸ φῶς φανεῖ κακά Id.OT1229; κακῶν ἔκλυσιν E.IT898 (lyr., prob.); τὸν μιαρὸν τῷ χρόνῳ ἀποδόντες φῆναι Antipho 4.4.11; ὁδόν τινι Od.12.334; τὰ ὀνείρατα καὶ τὸν πόρον X.An.4.3.13, cf. Cyr.6.4.13, S.OT725; τοῖς πολεμίοις σύνθημα Din.3.10, etc.; φανεῖ . . κωκύματα wailings will show forth [the truth of what I say], S.Ant.1078: with a predic. added, ἡμᾶς σὺ δειλοὺς φανεῖς wilt make us appear . . , Id.Aj. 1362; τὸν Ααΐου φόνον φανεῖ δικαίως ὀρθόν Id.OT853.

γόνον Ἑλένῃ φ. show her a child, i. e. grant her to bear one, Od.4.12; φ. παράκοιτίν τινι show (i.e. give) one a wife, 15.26.

of sound, make it clear to the ear, make it ring clear, ἀοιδὴν φαίνειν 8.499; σάλπιγξ . . ὑπέρτονον γήρυμα φαινέτω στρατῷ A.Eu.569.

show forth, display in action, ἀρετήν Od.8.237; ἀεικείας 20.309; βίην Hes.Th.689; εὐμαχανίαν Pi.I.4(3).2; εὔνοιαν Hdt.3.36; ὕβριν ib.127; ὀργάς A.Ch. 326 (lyr.).

set forth, expound, νοήματα Il.18.295; λόγον Hdt.1.116; τριφασίας λόγων ὁδούς Id.1.95; but τὰ λαμπρὰ . . φ. ἔπη make them good, S.OC721.

inform against one, denounce, φανῶ σε (σε φανῶ codd.) τοῖς πρυτάνεσι Ar.Eq.300 (lyr.), cf. Ach.824, S.Ant.325: denounce a thing as contraband, Ar.Ach.542, 819, al.; φαίνειν πλοῖον D.58.9; τὰ φανθέντα articles denounced as contraband, ib. 13: abs., give information, ὁ φήνας ἢ ὁ γραψάμενος IG12.45.3, cf. 4.24, Isoc.18.20, X.Cyr.1.2.14, Phld.Rh.2.207 S., etc.

φαίνειν φρουράν, call up a levy, at Sparta, X.HG3.2.23, al.; also φ. θυσίαν proclaim, order a sacrifice, Philod.Scarph.112:—Pass., πέφαται θνατοῖσι νίκας ὕστερον εὐφροσύνα has been ordained, B.9.52.

abs., give light, shine, φαίνοντες νύκτας . . δαιτυμόνεσσι Od.7.102, cf. 19.25; of the sun, moon, etc., φ. τινί Ar.Nu.586 (troch.); εἰς ἅπαντα φ. τὸν οὐρανόν Pl.Ti.39b; ἀλλά, σελάνα, φαῖνε καλόν Theoc.2.11; οἱ λύχνοι φ. ἧττον Thphr.Ign.11; cf. φάω: so ἦρι μὲν φαίνοντι in spring when it shines forth, A.Fr.304.4 codd. (leg. φανέντι); of the Dioscuri shining in mid-air, E.El.1234 (anap.): metaph., ἀγανὴ φαίνουσ' ἐλπίς soft shining hope, A.Ag.101 (anap., dub.).

Φαίνων, οντος, ὁ, the planet Saturn, Arist.Mu.392a23, Cic.ND2.20.52, etc.; Φ. ὁ τοῦ Ἡλίου Eudox.Ars5.19; acc. -ωνα Placit.2.15.4.

Ep. iter. φάνεσκε appeared, μετὰ πρώτοισι φάνεσκε Il.11.64; ὑπένερθε δὲ γαῖα φάνεσκε Od. 12.242, cf. 11.587, Hes.Fr.14.3.

pf. 2 πέφηνα is also used intr., S.OC328, etc.; less freq. in Prose, Hdt.9.120, D.3.22, Plb.9.13.8.

Pass., come to light, appear, φάνεν δέ οἱ εὐρέες ὦμοι, being stripped bare, Od.18.68, cf. Il.22.324, Od.19.39: freq. of fire, shine brightly, πυρὰ φαίνετο Ἰλιόθι πρό Il.8.561; ἕκαθεν δέ τε φαίνεται αὐγή 2.456; δεινὼ δέ οἱ ὄσσε φάανθεν shone like fire, Il.1.200: freq. of the rising of heavenly bodies, ἄστρα φαεινὴν ἀμφὶ σελήνην φαίνετ' ἀριπρεπέα 8.556, cf. Hes.Op.598; of the first gleam of daybreak, ἦμος δ' ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς Il.1.477, Od.2.1, al.; ἅμ' ἠοῖ φαινομένηφι at break of day, Il.9.618, cf. Od.4.407, al.; ἀκτὶς ἀελίου, τὸ κάλλιστον . . φανὲν . . τῶν προτέρων φάος, ἐφάνθης ποτ' S.Ant.100(lyr.): of a rising wind, οὐδέ ποτ' οὖροι πνείοντες φαίνονθ' ἁλιαέες Od.4.361; of a vapour, ἐκ νεφέων ἐρεβεννὴ φ. ἀήρ Il.5.864.

of persons, οἴῳ φαινομένη appearing to him alone, Il.1.198, cf. Od.15.517, etc.; ἐφάνη λὶς εἰς ὁδόν Il.15.275; οὗπερ κἀφάνης where thou didst first appear, S.OC77; χρόνιος φανείς Id.Ph.1446 (anap.); ὁδόν φανῆναι a pregnant expression for ἐλθεῖν ὁδὸν ὥστε φανῆναι, Id.El.1274 (lyr.); κέλευθον φανείς Aj.878 (lyr.); πόθεν φαίνῃ; whence come you? Pl.Prt.309a, X.Mem.2.8.1; οὐδαμοῦ φ. is nowhere to be seen, Id.An.1.10.16.

come into being, φανεὶς δύστηνος born to misery, S.OC974, cf. 1225 (lyr.); become, ἐκ βασιλέως ἰδιώτην φανῆναι X.An.7.7.28; δυοῖν ἐφάνη τριήραρχος D.18.104; to be made out, δοῦλος λόγοισιν . . φανείς S.Aj.1020, cf. 1241.

of events, come about, τέλος οὔ πώ τι πέφανται Il.2.122; φάνη βιότοιο τελευτή 7.104; ἔργον, ἄεθλον, etc., 16.207, Od.21.106, etc.; τὸ φανθέν S.Tr.743; of sayings, to be set forth, λόγος ἀρχαῖος φανείς ib.1, cf. OT474 (lyr.), 848.

appear to be so and so, c. inf., δμῳάων ἥ τίς τοι ἀρίστη φαίνεται εἶναι Od.15.25, cf. 11.336; οὐ γάρ σφιν ἐφαίνετο κέρδιον εἶναι 14.355; τοῦτό μοι θειότατον φαίνεται γενέσθαι Hdt.7.137; εὖ σὺ λέγειν φαίνει Ar.Nu.403 (anap.), cf. A.Pr.319, etc.: freq. with inf. omitted, οὗ καὶ πρόσθεν ἀρίστη φαίνετο βουλή Il.9.94, cf. 2.5; ὅς τις φαίνηται ἄριστος Od.14.106; σμερδαλέος αὐτῇσι φάνη 6.137; ἕρμαιον ἂν ἐφάνη Pl.R.368d, etc.: but in Hdt., etc., also c. part., to be manifest: thus, ἐμοὶ σὺ πλουτέειν μέγα φαίνεαι you appear to me to be very rich, Hdt.1.32; but εὔνοος ἐφαίνετο ἐών he was manifestly well-inclined, Id.7.173, cf. 175, Th.1.2; οὐκ ἄκαιρα φαίνεται λέγειν he appears to be speaking . . , A.Pr.1036; but φανέονται λέγοντες οὐδέν it will be manifest that they talk nonsense, Hdt.3.35; φαίνομαι δύο καθορᾶν εἴδη Pl.Sph.235d; but οὐκ ἂν φανεῖμεν πήματ' ἔρξαντες A.Pers.786; πλαγκτὸς οὖσ' ἐφαινόμην Id.Ag.593, cf. Hdt.9.89, E.Andr.343; ἐφάνησαν πεπονθότες Pl.Ap.22c: with part. omitted, πέφανται ἁρματηλάτας σοφός (sc. ὤν) Pi.P.5.115, cf. N.6.14; κρατηθεὶς ἡμερώτερος φανεῖ A.Ag.1632; Κᾶρες ἐφάνησαν (sc. ὄντες) they were seen to be Carians, Th.1.8; τί φαίνομαι (sc. ὤν) δῆτ'; what do I look like? E.Ba.925; ὡς ἀγαθοὶ . . ἐφάνησαν Pl.R.408a: hence φαίνεσθαι, opp. εἶναι, εἶναι μὲν ὅσπερ εἰμί, φαίνεσθαι δὲ μή E.Fr.698 (ap.Ar.Ach.441); στρατηγὸς ἀγαθὸς μὴ ὢν φαίνεσθαι X.Mem.1.7.3; ὀλίγοι καὶ ὄντες καὶ φαινόμενοι Id.HG6.5.28.

in Philosophy, φαίνομαι (abs.) is sts. used of what appears to the senses, φαίνεται δ' οὐδὲν is observed, Arist. Ph.204b35, cf. Cael.312b30; φ. κατὰ τὴν αἴσθησιν Id.GA716a31: sts. of what is mentally manifest, Id.EN1175a29; to be evident, Id.APr.24b24: esp. appear to the imagination (cf. φαντασία 2), Pl.Sph. 264b; φ. καὶ μύουσιν ὁράματα Arist.de An.428a16; φ. δέ τι . . οἷον τὰ ἐν τοῖς ὕπνοις ib.a7: distd. from αἰσθάνεσθαι and δοξάζειν, ib.b1: esp. in part. φαινόμενος, η, ον:

appearing in sense experience, τὰ φ. κατὰ τὴν αἴσθησιν Id.Cael.303a22, al.; εἴτε τὰ δοκοῦντα πάντα ἐστὶν ἀληθῆ καὶ τὰ φ. Id.Metaph.1009a8, cf. de An.404a29 (sg.); τὰ φ. sense-data, Id.PA639b8, Epicur.Ep.1pp.9,10 U., al.: Astron., τὰ φ. = celestial phenomena, title of a work by Eudoxus, versified by Aratus, Hipparch. 1.1.8, cf. Arist. Cael.293b27; πρός τινας δόξας αὑτῶν τὰ φ. προσέλκοντες ib.293a26: generally, τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τὸ βλεπόμενον γεγονέναι Ep.Heb.11.3.

mentally apparent, opp. ὄντα τῇ ἀληθείᾳ, Pl.R.596e, cf. Arist.Top.100b24, EN1113a24; τὰ οὖν ἐμοὶ φαινόμενα οὕτω φαίνεται Pl.R.517b; [νοῦς] τῶν φ. θειότατον Arist. Metaph.1074b16; τὸ φ. εἰπεῖν to express one's opinion, Plu.2.158c: hence, specious, fallacious, φ. ἐνθυμήματα, opp. ὄντα, Arist.Rh.1402a28.

τὰ φ. what is to be seen, show, Lib.Or.30.28.

freq. in answers in Plato's dialogue, φαίνεται, yes, Prt.332e, R.333c, al.; ὥς γέ μοι φ. Prt.324d, cf. R.383a, al.: [τοῦτο] φῂς εἶναι; Answ. φαίνομαι (sc. λέγειν) X.Mem.4.2.20.

later impers. c. dat. pers. et inf., it seems good, ἐάν σοι φαίνηται Wilcken Chr.304.11 (iii B.C.), cf. PCair.Zen.44.7,16 (iii B.C.), etc.; ὁπότε αὐτῷ φανείη στρατιὰν ἐξάγειν D.H.2.14, cf. 4.85.

joined with δοκέω, εἰ δὴ κακός τε φ. δοκῶ τέ σοι E.Hipp.1071; δοκοῖμεν ἂν . . χείρους φαίνεσθαι Th.1.122, cf. Pl.Phdr.269d, Erx.399c, X.Mem.2.1.22.

οὐδαμοῦ φαίνεσθαι 'to be nowhere', metaph. from racing, Pl.Phd. 72c, cf. Grg.456b, D.18.310.

τὰ φανθέντα, v. supr. A. 1.4.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Praeluceo, Luceo, Splendeo, Ostendo, Defero, Accuso, Appareo, Videor.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Scheinen, Erscheinen, Wirken, Vorkommen, Dünken.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Sembrare, Parere.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Sembler, Paraître, Avoir l'air.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Parecer.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Parecer, Afigurar-se, Dar a impressão de, Dar a impressão de ser.

επιστροφή στο ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ 1-35

επιστροφή στο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΟΛΥΝΘΙΑΚΟΣ Α΄ 1.1-1.7

επιστροφή στο ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ΚΑΤΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ 2, 1-9