Ευρετήριο

Υἱός






ΡΙΖΑ: α) ΙΝΔ/Ε: SU (γεννώ, τίκτω), SU-JUS, ΥΙΥΣ, ΥΙΟΣ, β) ΥΙΕ(F)ΟΣ, ΥΙΕΟΣ, ΥΙΥΣ, ΥΙΟΣ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Υιός, άρρεν τέκνον, γυιός, παιδί, αγόρι, το αρσενικό τέκνο, ο γιος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ὑιοθεσία Eph 1:5.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Τέκνον Joh 1:12, Τεκνίον 1Jo 2:1, Τεκνογονία 1Ti 2:15, Τεκνοτροφέω 1Ti 5:10, Τεκνογονέω 1Ti 5:14, Φιλότεκνος Tit 2:4, Παῖς Mat 21:15, Παιδίον Mat 2:8, Βρέφος Act 7:19, Παιδάριον Mat 11:6, Παιδιόθεν Mar 9:21, Μονογενής Luk 9:38, Νήπιος 1Co 13:11, Νηπιάζω 1Co 14:20.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἄτεκνος Luk 20:28, 29, 30.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Υἱός, -οῦ.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Υἱέ: κλιτική ενικού.

2) Υἱοί: ονομαστική πληθυντικού.

3) Υἱοῖς: δοτική πληθυντικού.

4) Υἱόν: αιτιατική ενικού.

5) Υἱός: ονομαστική ενικού.]

6) Υἱοῦ: γενική ενικού.

7) Υἱούς: αιτιατική πληθυντικού.

8) Υἱῷ: δοτική ενικού.

9) Υἱῶν: γενική πληθυντικού.

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ:

Ο όμοιος «υἱόν ἀνθρώπου» (Apoc 1:12,13)

Μόλις ακούγεται ο ήχος της δυνατής φωνής, ο Ιωάννης γυρίζει και να τι βλέπει: «Και στράφηκα να δω τη φωνή που μιλούσε μαζί μου και, αφού στράφηκα, είδα εφτά χρυσούς λυχνοστάτες». (Apoc 1:12).

Αργότερα, ο Ιωάννης μαθαίνει τι συμβολίζουν αυτοί οι εφτά λυχνοστάτες. Αλλά εκείνο που του αιχμαλωτίζει την προσοχή είναι το άτομο που βρίσκεται ανάμεσα στους λυχνοστάτες. Βλέπει «ανάμεσα στους λυχνοστάτες κάποιον όμοιο με γιο ανθρώπου, ντυμένο με ένδυμα που έφτανε μέχρι κάτω στα πόδια και περιζωσμένο στα στήθη με χρυσή ζώνη». (Apoc 1:13).

Εδώ ο Ιησούς, ο “γιος του ανθρώπου”, παρουσιάζεται στο γεμάτο δέος μάρτυρα, τον Ιωάννη, ως μεγαλοπρεπής, αστραφτερή μορφή. Εμφανίζεται με λαμπρή δόξα ανάμεσα σε αναμμένους χρυσούς λυχνοστάτες. Αυτό το όμοιο με ναό σκηνικό εντυπώνει στον Ιωάννη το γεγονός ότι ο Ιησούς είναι παρών στο ρόλο του μεγάλου Αρχιερέα του Ιεχωβά, με εξουσία να κρίνει. (Heb 4:14· 7:21-25).

Το μακρύ, εντυπωσιακό ένδυμά του ταιριάζει με το ιερατικό του αξίωμα. Όπως και οι Ιουδαίοι αρχιερείς στο παρελθόν, φοράει ζώνη—μια χρυσή ζώνη που περιβάλλει το στήθος του καλύπτοντας την καρδιά του. Αυτό σημαίνει ότι θα εκτελέσει με όλη του την καρδιά τη θεϊκή αποστολή που έχει λάβει από τον Ιεχωβά Θεό. (Exo 28:8,30· Heb 8:1,2).

Η περιγραφή του Ιωάννη συνεχίζει: «Το κεφάλι του και οι τρίχες του ήταν λευκά σαν λευκό μαλλί, σαν χιόνι, και τα μάτια του σαν πύρινη φλόγα». (Apoc 1:14). Τα λευκά σαν χιόνι μαλλιά του υποδηλώνουν σοφία που είναι αποτέλεσμα μακροζωίας. (Παράβ. Pro 16:31.) Τα δε πύρινα μάτια του δείχνουν ότι είναι οξυδερκής, άγρυπνος, καθώς ερευνά, ελέγχει ή εκφράζει αγανάκτηση. Ακόμα και τα πόδια του Ιησού τραβούν την προσοχή του Ιωάννη: «Και τα πόδια του ήταν όμοια με εξαίρετο χαλκό πυρακτωμένο σε καμίνι· και η φωνή του ήταν σαν τον ήχο πολλών νερών». (Apoc 1:15).

Στο όραμα, τα πόδια του Ιησού είναι σαν πυρακτωμένος, λαμπρός χαλκός—κατάλληλη περιγραφή για κάποιον που βαδίζει με ζήλο και καλή υπόσταση στην παρουσία του Ιεχωβά Θεού. Επιπλέον, ενώ στην Αγία Γραφή τα θεϊκά πράγματα συνήθως εξεικονίζονται από το χρυσάφι, τα ανθρώπινα πράγματα μερικές φορές αντιπροσωπεύονται από το χαλκό. Επομένως, τα πυρακτωμένα πόδια του Ιησού, που είναι όμοια με εξαίρετο χαλκό, μας θυμίζουν πόσο «ωραία» ήταν τα πόδια του όταν βάδιζε στη γη κηρύττοντας τα καλά νέα. (Hsa 52:7· Rom 10:15).

Πράγματι, ο Ιησούς ως τέλειος άνθρωπος ακτινοβολούσε με τρόπο που ήταν ολοφάνερος τόσο σε αγγέλους όσο και σε ανθρώπους. (Joh 1:14) Τα ένδοξα πόδια του μας υπενθυμίζουν επίσης ότι βαδίζει πάνω σε άγιο έδαφος στην οργάνωση του Ιεχωβά, στην οποία είναι Αρχιερέας. (Παράβ. Exo 3:5.).

Επιπλέον, η φωνή του αντηχεί σαν το βροντερό θόρυβο που κάνει ένας τεράστιος καταρράκτης. Είναι εντυπωσιακή και προξενεί δέος, πράγμα κατάλληλο για εκείνον που ονομάζεται επίσημα ο Λόγος του Θεού, εκείνον που έρχεται για «να κρίνει την κατοικημένη γη με δικαιοσύνη». (Act 17:31· Joh 1:1).

«Και είχε στο δεξί του χέρι εφτά άστρα, και από το στόμα του έβγαινε ένα κοφτερό, μακρύ δίκοπο σπαθί, και η όψη του ήταν σαν τον ήλιο όταν λάμπει με τη δύναμή του. Και όταν τον είδα, έπεσα σαν νεκρός στα πόδια του». (Apoc 1:16, 17α). Λίγο παρακάτω ο ίδιος ο Ιησούς εξηγεί τη σημασία των εφτά άστρων. Αλλά προσέξτε τι βγαίνει από το στόμα του: «ένα κοφτερό, μακρύ δίκοπο σπαθί». Πόσο κατάλληλο είναι αυτό το χαρακτηριστικό! Και τούτο επειδή ο Ιησούς είναι εκείνος που διορίστηκε για να εξαγγείλει τις τελικές κρίσεις του Ιεχωβά εναντίον των εχθρών Του. Αποφασιστικά λόγια που βγαίνουν από το στόμα του οδηγούν στην εκτέλεση όλων των πονηρών. (Apoc 19:13, 15).

Η φωτεινή, λαμπερή όψη του Ιησού μάς θυμίζει ότι το πρόσωπο του Μωυσή ακτινοβολούσε μετά την επικοινωνία που είχε με τον Ιεχωβά στο Όρος Σινά. (Exo 34:29,30). Θυμηθείτε επίσης πως, όταν ο Ιησούς μεταμορφώθηκε μπροστά σε τρεις αποστόλους του πριν από σχεδόν 2.000 χρόνια, «το πρόσωπό του έλαμψε όπως ο ήλιος, και τα εξωτερικά του ενδύματα έγιναν λαμπρά όπως το φως». (Mat 17:2).

Τώρα, σε μια απεικόνιση του Ιησού στη διάρκεια της ημέρας του Κυρίου, η οποία δόθηκε μέσω οράματος, το πρόσωπό του αντανακλά με παρόμοιο τρόπο την ακτινοβόλα λαμπρότητα κάποιου που έχει βρεθεί στην παρουσία του Ιεχωβά. (2Co 3:18).

Στην πραγματικότητα, το όραμα του Ιωάννη μεταδίδει τη γενική εντύπωση της ακτινοβόλας δόξας. Από τα λευκά σαν χιόνι μαλλιά, τα φλογερά μάτια και τη λαμπερή όψη μέχρι τα πυρακτωμένα πόδια, αυτό το όραμα αποτελεί εξαίσια απεικόνιση Εκείνου που τώρα κατοικεί «σε απρόσιτο φως». (1Ti 6:16) Αυτή η εικόνα μάς παρουσιάζεται με πολύ ρεαλιστικό και ζωντανό τρόπο! Πώς αντέδρασε ο κυριευμένος από δέος Ιωάννης; Ο απόστολος μας λέει: «Και όταν τον είδα, έπεσα σαν νεκρός στα πόδια του». (Apoc 1:17).

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 14:14: «Καὶ εἶδον, καἰδοὺ νεφέλη λευκή, καἐπὶ τὴν νεφέλην καθήμενον ὅμοιον υἱὸν ἀνθρώπου, ἔχων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ στέφανον χρυσοῦν καἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ δρέπανον ὀξύ.»

Μέρος Α΄

Χωρίς καμία αμφιβολία αυτός που κάθεται πάνω σε λευκό σύννεφο και ήταν όμοιος με τον γιο ανθρώπων με χρυσό στο κεφάλι και είχε κοφτερό δρεπάνι στο χέρι του είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Μεσσιανικός Βασιλιάς που είχε δει και ο προφήτης Δανιήλ σε όραμα (Dan 7:13,14, Mar 14:61,62).

Όταν ήταν στη γη ο Ιησούς Χριστός παρομοίασε το έργο μαθήτευσης με το θερισμό του παγκόσμιου αγρού της ανθρωπότητας (Mat 9:37,38, Joh 4:35,36). Ο θερισμός λαμβάνει χώρα αναμφίβολα την «Ημέρα του Κυρίου» όταν ο Ιησούς Χριστός στέφεται Βασιλιάς και εκτελεί κρίση καθώς εκπροσωπεί τον Πατέρα του. Επομένως, ο καιρός της διακυβέρνησής του από το 1914 είναι και ο χαρωπός καιρός για θερισμό (παραβ. Deu 16:13-15).

Μέρος Β΄

Το βαρυσήμαντο αυτό γεγονός της εμφάνισης του Ιησού Χριστού «στεφανωμένου Βασιλιά» παραπέμπει (σύμφωνα με τους ιστοριογράφους) σε μια προϊστορική εικόνα όταν οι Άριοι (Ινδογερμανικής ή Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας) ανέπτυξαν ένα πλήθος από διάφορους μυθολογικούς θεούς και πάνω από αυτούς υψωνόταν η κυρίαρχη έννοια του «Ουρανίου Ενός», άμορφου, ανώνυμου, πάμφωτου Θεού, ως του μόνου υπέρτατου Όντος (O. Schrader Aryan Religion στην Encyclopaedia of Religion and Ethics II (Edinburg 1930) και Arische Religion I (Leipzig 1923) σελ. 265 (συν) 299 (συν) 555 (συνέχ.).

Το Εν αυτό υπέρτατο Ον, ο Θεός Πατήρ του Παντός νοείται ως ο Πάμφωτος, το Αυτόφως – το πλήρωμα – η Πηγή και ακτινοβόλος Αιτία … του Ηθικού Φωτός ως Θεός του Ουρανού… ο καταλάμπων και ακτινοβολών ο Ζεύς-Δεύς, ο μόνος Θεός της προαρχαιοελληνικής θρησκευτικότητας, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως Asura (ο πάμφωτος, ο φωτί κατακυριεύων, ο πάμφωτος Κυρίαρχος, ο Ύψιστος Κύριος).

Το υπέρτατο αυτό Ον επονομάζεται (στη Μιθραϊκή λειτουργία) ως «ο μέγας θεός Ήλιος Μίθρας» και προσφωνείται (μεταξύ άλλων και ως Κύριος του ουρανού και της γης, θεός των θεών και περιγράφεται «… ὄψει θεοῦ νεωτέρου εὐειδῆ πυρινότριχα ἐν χιτῶνι λευκῷ καὶ χλαμύδι κοκκίνῃ.. ἔχοντα πύρινον στέφανον» [παραβ. Wilhelm Havers σελ. 708, οι λ. div (ουρανός) dis (διαμονή) deva deus (ουρανός), βλ. και 2Esd 7:12,21 (συν) όπου ο Αρταξέρξης, Ο΄ Αρθασασθα ή Αθερσασθα (Neh 7:1,11,21, 8:2, Έσδρας Β΄) χαρακτηρίζει τον Θεό του Ισραήλ τον Γχβ΄ (Γιαχβέ – Ιεχωβά) «ως Θεόν του Ουρανού» όπως χαρακτηριζόταν στον Ζωροαστρισμό ο ύψιστος θεός των Ιρανών Ahura Marda - παραβ. Apoc 14:14].

Οι ως άνω περιγραφές του Ύψιστου Θεού (με το μυστικό συμβολικό επώνυμο ΙΑΩ και κατά «μυστικοσυμβολική αντιστροφή» WAI (συντετμ. μορφή στο αρχ. Ισραήλ) φανερώνουν την αντιγραφή των προσφωνήσεων των Ελλήνων προς τον θεό του φωτός Απόλλωνα ως Ἰήιε, μια αντιστοιχία των γραμμάτων προς το τετραγράμματο Όνομα του Ιεχωβά Θεού (παραβ. Λ. Φιλιππίδη: Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης εξ απόψεως παγκοσμίου και πανθρησκειακής, Αθήνα 1958 εκ του τυπογραφείου της Αποστολ. Διακον. της Εκκλησίας της Ελλάδος σελ. 64, 140 (υποσημ.) και 683-685).

Επισημαίνεται ότι προφανώς όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί «αποδεικνύουν» ότι οι Έλληνες ονόμαζαν ΙΩ τη θεά της Σελήνης Ίσις (με το Ι να εκπροσωπεί το άρρεν (Lunus) και το Ω να εκπροσωπεί το θηλυκό δημιουργικό στοιχείο (Luna), . Αρσενόθηλυ ύψιστο Πρωτόφως (Ηρόδ. 2:41).

Οι Ιουδαίοι ονόμαζαν τον Θεό Αδανά(γ) από τη ρίζα δ΄: αδα ή ζ : αζα (αἴθω, ἄζω) λάμπειν. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός Αδωνα(γ) σημαίνει ο λάμπων, ο ακτινοβολών, ο αιγλοβόλος. Αυτή είναι ετυμολογικά η σημασία και της λ. Κύριος με την οποία αποδίδουν οι Ο΄ το όνομα αυτό.

Στο Χριστιανισμό κυριαρχεί η συνάρτηση του Θεού και του φωτός παντού στη λατρεία, στα ιερά κείμενα αλλά και στο Σύμβολο της Πίστεως (το Πιστεύω) στο Άρθρο: «Φως εκ φωτός Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού» προσδιορίζεται η ομοούσιος σχέση των υποστάσεων του Ενός Τριαδικού Θεού με την «άναρχον γέννησιν του Υιού εκ του Πατρός» (βλ. και Λ. Φιλιππίδη: Ιστορία …. σελ. 65). Παρόμοια αναφέρονται και σχετικοί ισχυρισμοί για τα εδάφια της Αποκάλυψης 21:23-24, 22:5 (βλ. Joh 12:36, κεφ. 46, 1Pe 2:9), επίσης και στο εδαφιο 18:1 (βλ. Mat 28:3, Act 12:7). Παρόμοια στη Χριστιανική προσευχή και στην υμνολογία της Ορθοδόξου Ελληνικής Ανατολικής Εκκλησίας υπάρχει εκτεταμένη συνάρτηση της λ. Θεός με το Φως (παραβ. Λ. Φιλιππίδη: Ιστορία Λ. Φιλιππίδη: Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης εξ απόψεως παγκοσμίου και πανθρησκειακής, Αθήνα 1958 εκ του τυπογραφείου της Αποστολ. Διακον. της Εκκλησίας της Ελλάδος σελ. 65-70).

Τέλος σημειώνεται ότι από τις ως άνω απόψεις έχει εμπνευστεί και η σχετική αγιογραφία των Ιερών Ναών, όπου «οι Άγιοι οι εν Χριστώ καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες» εμφανίζονται με το σχετικό φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι τους. Επίσης για τους ίδιους λόγους γίνεται και στο «Ιερό Μυστήριο του Γάμου» η ανταλλαγή στεφάνων για τον αγώνα που έκαναν οι νεόνυμφοι να διατηρήσουν την καθαρότητα και την αγνότητά τους κατά τη διάρκεια των αρραβώνων τους. Τα στέφανα με το ρύζι κάνουν τον εν λόγω γάμο επιτυχημένο και ριζωμένο.

Μέσα στο όραμα που ενέπνευσε στον αγαπημένο μαθητή του Ιησού ο Ιεχωβά Θεός, οι υπάκουοι σ’ Αυτόν άγγελοί του μπορούσαν τώρα με ικανοποίηση και ανάλογα χαρμόσυνα αισθήματα να δουν τη δικαίωση του Δημιουργού αλλά και του Γιου Του, καθώς ο «ακάνθινος στέφανος» (Mar 15:17, Joh 19:15), που τοποθέτησαν οι αντίδικοί του Ιουδαίοι στο κεφάλι Του ονειδίζοντες και περιπαίζοντες Αυτόν, έχει τώρα μετατραπεί και μετασχηματιστεί σε «χρυσούν στέφανο» στον θριαμβευτή Βασιλιά, για πλήρη δικαίωση του σκοπού του Ιεχωβά Θεού μέσω της Βασιλείας Του στον αιώνα (Psa 145:1).

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 12:5: «καἔτεκεν υἱὸν ἄρσεν, ὃς μέλλει ποιμαίνειν πάντα τἔθνη ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ. καἡρπάσθη τὸ τέκνον αὐτῆς πρὸς τὸν θεὸν καὶ πρὸς τὸν θρόνον αὐτοῦ.»

Καθώς ο προσδιορισμένος καιρός κατά τον οποίο τα έθνη κυβερνούσαν χωρίς την παρέμβαση του Θεού τελείωσε το 1914 (Luk 21:24), τότε ακριβώς στον κατάλληλο καιρό η γυναίκα γεννάει το παιδί της όπως ακριβώς περιγράφει το ως άνω γραφικό εδάφιο (12:5).

Σύμφωνα με αυτό, το παιδί είναι «Γιος αρσενικό». Με την περιγραφή αυτή ο θεόπνευστος συγγραφέας της Αποκάλυψης Ιωάννης δείχνει την καταλληλότητα του «Γιου αρσενικού» και την ικανότητά του να κυβερνήσει τα έθνη με επαρκή εξουσία. Τονίζει επίσης πόσο βαρυσήμαντη και πόσο χαρούμενη περίσταση είναι αυτή η γέννηση.

Η σπουδαιότητα της γέννησης αυτής έγκειται στο γεγονός ότι αυτή παίζει σπουδαίο και καθοριστικό ρόλο στο να φερθεί σε τέλος το «ιερό μυστικό του Θεού» (παραβ. Rom 16:25).

Η προφητική έκφραση ότι το παιδί «θα ποιμάνει όλα τα έθνη με σιδερένιο ραβδί» είναι γνωστή και οικεία γνώριμη κατάσταση, ταιριαστή για την περίπτωση σχετικά με τον Ιησού Χριστό, για τον οποίο ο Ιεχωβά υποσχέθηκε προφητικά: «Θα τους συντρίψεις με σιδερένιο σκήπτρο σαν σκεύος αγγειολπλάστη, θα τους κάνεις κομμάτια» (Psa 2:9).

Επίσης σε άλλο ψαλμό σχετικό με τον Ιησού Χριστό αναφέρεται προφητικά: «το ραβδί της ισχύος σου θα στείλει ο Ιεχωβά από τη Σιών λέγοντας: Κατακυρίευε εν μέσω των εχθρών σου» (Psa 110:2).

Επομένως, η γέννηση αυτή, που βλέπει ο θεόπνευστος συγγραφέας της Αποκάλυψης Ιωάννης, συνδέεται στενά και αποκλειστικά με τον Ιησού Χριστό.

Διευκρινίζεται ότι, εδώ, δεν πρόκειται ούτε για την επίγεια γέννηση του Ιησού ούτε για την ανάστασή του σε πνευματική ζωή (το 33 μ.Χ.) και φυσικά δεν πρόκειται για κάποια μετεμψύχωση. Αντίθετα πρόκειται για τη γέννηση της Βασιλείας του Θεού ως οντότητας, η οποία βρισκόταν στον Ουρανό εδώ και τουλάχιστον 20 αιώνες και ως στοιχείο που συνιστά την ύπαρξη και την ουσία της είναι το γεγονός ότι το 1914 ενθρονίστηκε ως Βασιλιάς ο Ιησούς (Apoc 12:10).

Τέλος σημειώνεται ότι ο Ιεχωβά Θεός δεν επέτρεψε ποτέ στον αντίδικό Του τον Σατανά να καταβροχθίσει τη σύζυγό Του ή τον νεογέννητο Γιο Του. Μόλις γεννιέται το «αρσενικό παιδί αρπάζεται προς τον Θεό και το θρόνο Του». Με τον τρόπο αυτό περιέρχεται κάτω από την πλήρη προστασία του Ιεχωβά Θεού, ο Οποίος θα φροντίσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτή τη νεογέννητη Βασιλεία που είναι το μέσο που Αυτός χρησιμοποιεί για να Αγιάσει το Όνομά Του.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:13: Dan 7:13  Apoc 14:14

Apoc 2:18: Joh 20:31

Apoc 12:5: Apoc 11:15

Apoc 21:7: 2Sa 7:14

1) Η λ. Υἱός και στα κείμενα εννοεί το άρρεν τέκνο, ο γιος (υἱός) ενός υπάνδρου ζεύγους ανθρώπων ή το αρσενικό τέκνο ενός ζώου, κτήνους, πτηνού κ.λπ. Μια σχετική εννοιολογική προσέγγιση της λ. υἱός είναι η ομόρριζη λ. του κειμένου υἱοθεσία (βλ.λ.).

2) Η λ. Υἱός στο κείμενο (και στην Π.Δ./Ε.Γ.-Ο΄) αναφέρεται με την παραπάνω έννοια και σημασία στις εξής περιπτώσεις: α) του πρωτότοκου υἱοῦ της Παρθένου Μαρίας (παραβ. Mar 6:3, Luk 1:31), β) στον υιό (ως ενομίζετο) του Ιωσήφ (παραβ. Luk 3:23). Και οι δύο αναγραφές αναφέρονται στον Ιησού Χριστό (παραβ. Joh 1:45).

Σχετικά με το κείμενο ο Ιησούς Χριστός αναφέρεται ως: α) ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ (παραβ. Mat 2:15, 3:17, 8:29, Joh 1:34 κ.ά.), β) υἱός τοῦ Δαβίδ (παραβ. Mat 22:45 κ.ά), γ) υἱός τοῦ ἀνθρώπου (Mat 8:20, Luk 9:58 κ.ά.). Στα πλαίσια αυτά επισημαίνεται ότι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού αναφέρεται στο κείμενο με τη συνώνυμη λ. πρωτότοκος, τόσο ως πρωτότοκος/πνευματική προσωπικότητα, όσο και ως πρωτότοκος/άνθρωπος (παραβ. Heb 1:6, Luk 2:7).

3) Το κείμενο αναφέρει επίσης τη λ. Υἱός με διαφόρους χαρακτηρισμούς όπως: α) υἱός εἰρήνης (Luk 10:6), β) υἱός τῆς απωλείας (2Th 2:3), γ) υἱός παρακλήσεως (Act 4:26), δ) υἱός τοῦ Διαβόλου (Act 13:10), ε) υἱός Φαρισαίων (Act 23:6), στ) υἱός και κληρονόμος (Gal 4:7), ζ) πνευματικός υἱός (1Pe 5:13), η) υἱός υποζυγίου (Mat 21:5). Τέλος η λ. υἱός σε πληθ. αναφέρεται στους χαρακτηρισμούς ως: υἱός τοῦ πατρός, Θεοῦ της Ἀναστάσεως, υἱόν τῆς βασιλείας, τοῦ νυμφῶνος, βροντής, αἰῶνος, φωτός, ἡμέρας, προφητῶν, Ἀβραάμ νόθοι (παραβ. Mat 5:9, 8:12, 9:15, Mar 3:17, Luk 16:8, Joh 12:36, 1Th 5:5, Act 3:25, Gal 3:7, Heb 6:8 κ.ά.).

4) Η λ. Υἱός στο εδάφιο Luk 1:31, 32 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Η περιγραφή αυτή αναφέρεται ως ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό.

5) Η λ. Υἱός στο εδάφιο Mat 1:1 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Psa 132:11).

6) Η λ. Υἱός στο εδάφιο Act 13:33 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Psa 2:7).

7) Η λ. Υἱός στο εδάφιο Rom 9:9 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Ο΄ Gen 18:14.

8) Η λ. Υἱός στο εδάφιο Heb 1:5, 5:5 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Ο΄ Psa 2:7.

9) Η λ. Υἱός στο εδάφιο Heb 2:6 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Ο΄ Psa 8:4-6.

10) Η λ. Υἱός στο εδάφιο Apoc 21:7 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Ο΄ 2Sa 7:14.

11) Η λ. Υἱός αναφέρεται στο εδάφιο Mar 2:10 στο οποίο (εδάφιο) υπάρχει μείξη ορθού και πλάγιου λόγου. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

12) Η λ. Υἱός αναφέρεται στο εδάφιο Joh 10:36 στο οποίο (εδάφιο) υπάρχει μείξη ορθού και πλάγιου λόγου. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

13) Η λ. Υἱῷ στο εδάφιο Mat 21:9 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Psa 118:25.

14) Η λ. Υἱῷ στο εδάφιο Mat 21:15 περιλαμβάνεται σε μια «πρόταση κατά παράταξη» αντί της «σύνταξης καθ’ υπόταξη». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

15) Η λ. Υἱέ στο εδάφιο Heb 12:5 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Ο΄ Pro 3:11, 12.

16) Η λ. Υἱόν στο εδάφιο Rom 1:3 περιλαμβάνεται (με κατάλληλες μετοχές ή αναφορικές προτάσεις) σε μια απαρίθμηση των έργων του Θεού σε αναλογία προς Ελληνιστικές ευλογίες, αρετολογίες και δοξολογίες. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

17) Η λ. Υἱόν στο εδάφιο Mat 2:15 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hos 11:1).

18) Η λ. Υἱόν στο εδάφιο Mat 1:23 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 7:14).

19) Η λ. Υἱόν στο εδάφιο Gal 4:30 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Gen 21:10).

20) Η λ. Υἱόν στο εδάφιο Mat 24:30, 64 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Ο΄ Dan 7:13, 14, Psa 110:1.

21) Η λ. Υἱόν στο εδάφιο Heb 1:5 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Ο΄ 2Sa 7:14.

22) Η λ. «Υἱόν ἄρσεν ὅς μέλλει ...» στο εδάφιο Apoc 12:5 αποτελεί σολοικισμόν (δηλ. εκφραστικό συντακτικό λάθος κατά τη διατύπωση του λόγου) πρόκειται για ένα λογοτεχνικό φαινόμενο της «Κοινής» Ελλην. Γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιαν. Ελλην. Γραφές (Καινή Διαθήκη).

23) Η λ. Υἱοί στο εδάφιο Rom 9:26 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hos 1:10).

24) Η λ. Υἱῶν στο εδάφιο Rom 9:27 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 10:22, 23).

25) Η λ. Υἱούς στο εδάφιο 2Ko 6:18 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 43:6).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ: Gen 4:17, 36:2, Exo 2:10, 2Sa 23:27, Pro 3:11, Iez 27:4.


1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Son, Child, Foal.

Ὑιός, οῦ, , a son, offspring; υἱὸν ποιεῖσθαι, to adopt a son, Herodt. Vit. Hom. 4; υἱός is used in speaking of brutes as well as of mankind; as, υἱός κριῶν and υἱός μονοκερώτων, Psalm xxix; the prose-writers generally take the oblique cases from υἱεύςœ see Plat. passim. The origin probably ὕω, φύω, Lat. fueo, whence filius.

υἱός, ὁ (written ϝηιός in. Ἀρχ. Ἐφ. 1931.103 (Nemea, vi B. C.)), declined regul. υἱοῦ, υἱῷ, υἱόν, but in Att. Inscrr. only after 350 B.C. (exc. υἱός IG12.529,530, 598, 625; ὑός ib. 585, 828; ὑόνib.70.8), and then always so: —in earlier Att. and other Inscrr. inflected as a ῠ-stem (like πῆχυς), nom. υἱύς (written huihus) Klein Vasen mit Meister-signaturen 72 (Brit.Mus.Cat.701) (ὑύς IG12.571, 670, 686; contr. ὕς ib.663); gen. υἱέος (ὑέος IG22.4883); dat. υἱεῖ: dual υἱεῖ Lys.19.46, written ηυιε in IG12.775 (corrupted to υἱέε in Pl.Ap.20a cod. B), υἱέοιν: pl. υἱεῖς (ὑεῖς IG12.115.14, al.), υἱέων, υἱέσι (S.Ant.571, Ar. Nu.1001 (anap.)), ὑέ[σιν] (IG12.54.14), υἱεῖς (ὑεῖς IG22.1.73): but gen. υἱέως, and acc. υἱέα, υἱέας, which are formed as though from nom. Υἱεύς, are rejected by Phryn.48,49, Thom.Mag.p.367 R., as not Att., though the two latter forms are used by later writers (as υἱέα Euph. 5, Arr.Cyn.16, ὑέα IG42(1).244.4 (Epid., ii B. C.), but υἱέως is f. l. in Th.1.13, J.AJ18.2.4, etc.): dat. pl. υἱεῦσιν is mentioned as a form that would be regular by Eust.1348.27:—Homer uses nom. υἱός (very freq.); gen. υἱοῦ only in Od.22.238, elsewh. υἱέος; dat. υἱέϊ or υἱεῖ; acc. υἱέα Il.13.350 (cf. IGRom.4.360.29 (Pergam., hex.)), elsewh. υἱόν (very freq.): pl., nom. υἱέες Il.5.10, al., or υἱεῖς Od.15.248, 24.387,497; gen. υἱῶν Il.21.587, 22.44, Od.24.223; dat. υἱοῖσι(ν) only Od.19.418, υἱάσι(ν) Il.5.463, al. (never υἱέσι); acc. υἱέας ib.149, al.:— he also uses the shorter forms, gen. υἷος, υἷι, υἷα, dual υἷε (distd. from the voc. sg. υἱέ by the accent), pl. υἷες, υἷας; but these were confined to Ep.: their accentuation (in which codd. agree with Hdn.Gr.1.409) may preserve a trace of their Aeolic origin (v. infr.). The declension υἱῆος, υἱῆϊ, υἱῆα, υἱῆες, υἱήεσσι, υἱῆας (like βασιλῆος, etc., as though from Υἱεύς), belongs solely to later Ep. poets, as A.R.2.1093,1119, Nic.Fr.110, AP9.23 (Antip.), etc. Dialect Inscrr. have the foll. archaic forms, nom. υἱύς IG5 (1).720 (Lacon.), Leg.Gort.12.17 (υιυις lapis); acc. υἱύν Inscr.Olymp.30, Leg.Gort.10.15; gen. υἱέος ib.6.3, Schwyzer 105 (Methana, vi B. C.); but υἱοῦ IG9(1).867 (Corc., vii B. C.); nom. pl. υἱέες Leg.Gort.7.25; acc. pl. υἱύνς ib. 4.40, IG12.407 (Cret. or Argive); dat. pl. υἱάσι Leg.Gort.4.37 (as in Hom., influenced by θυγατράσι, πατράσι, which have ρα = ṛ, cf. Skt. pitṛ[snull ]u); ὑέεσσι IG14.10 (Syrac.); υἷος in SIG55 (Thessaly, v B. C.) is perh. the Aeol. gen. (ὑός is nom. rather than gen. in IG12.828); acc. ὗα Schwyzer 625 (Mytil., ii/i B. C.); a nom. ὑϊς IG12.472 (Boeotia, vi B. C.), cf. Simon.249 (v. infr.); nom. pl. ὗες IG22.3632.24 (hex., Eleusis, ii A. D.). The initial syll. is both υἱ-and ὑ-in Att. Inscrr. down to 400 B.C. (e. g. ὑεῖς IG12.115.14, ὑέ[σιν] ib.54.14, ὑόν v. supr.), afterwards ὑ-, but υἱός reappears under the Empire; in Plato cod. A usually has ὑιος, which is found also in T, cod. B always has υἱός, editors restore ὑός; acc. υἱόν is recommended by Phryn. l. c.; in Inscrr. of Pergamon, Magnesia, and Delphi, and in non-literary Papyri, ὑός is at all times less common than υἱός:—ὁ υεἱός CIG (add.) 3857p; dat. υεἱῷ ib.3846z82 (both Phrygia), cf. BCH11.471:—son, Il.6.366, etc.; υἱὸν ποιεῖσθαί τινα to adopt as a son, Aeschin.2.28; υἱεῖς ἄνδρες grown-up sons, D. 25.88: metaph., Κόρον Ὕβριος υἱόν Orac. ap. Hdt.8.77: rarely of animals, Ev.Matt.21.5.

periphr., υἷες Ἀχαιῶν, for Ἀχαιοί, Il. 1.162, al.; cf. παῖς 1.3. generally, child, and so υἱ. ἄρρην male child, Apoc.12.5, PSI9.1039.36 (iii A. D.). freq. in LXX in periphrases (Hebraisms with various meanings), υἱὸς ἐτῶν ἑκατόν 100 years old, Ge.11.10, al.; υἱοὶ ἀδικίας 2 Ki.7.10; υἱοὶ θανατώσεως 1 Ki. 26.16; υἱοὶ τῶν συμμίζεων hostages, 4 Ki.14.14; so υἱὸς εἰρήνης Ev.Luc.10.6. in some dialects, including the Ion. Prose of Hdt., υἱός is replaced by παῖς: υἱός is rare in Trag., A.Th.609, Fr. 320, E.Or.1689 (anap.), al., and 7 times in S.: Hom. has both words in this sense. as a general term of affection, PGiss.68.2 (ii A. D.), POxy.1219.2 (iii A. D.); υἱέ, an author's address to the reader, LXX Pr.1.8, al.

δάμου υἱός, υἱὸς πόλεως, Ἑλλάδος, as titles of honour, SIG804.10 (Cos, i A. D.), 813A,B (Delph., i A. D.), 854 (Eleusis, i A. D.). υἱοὶ ἀνθρώπων sons of men, periphr. for men (cf. supr. 2,4), LXXPs.89(90).3; οἱ υἱοὶ τῶν ἀ. ib.Ge.11.5, Ev.Marc.3.28; υἱὸς ἀνθρώπου man, LXXEz.2.1,3, al.; of the Messiah, ib.Da.7.13, Apoc.14.14; used by Jesus of himself, Ev.Matt.8.20, al. (by Stephen recalling the words of Jesus, Act.Ap.7.56). υἱοὶ Θεοῦ sons of God, implying inheritors of the nature of God (cf. supr. 4), Ev.Matt.5.9, cf. 45, Ev.Luc.6.35; implying participants in the glory of God, ib.20.36. of Jesus, τὸ γεννώμενον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ ib. 1.35; ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Ev.Matt.26.63, cf.Ev.Jo.1.34.

Θεοῦ υἱός, = Lat. Divi (sc. Caesaris) filius, patronymic of Augustus, BGU543.3 (27 B.C.), PTeb.382.21 (i B. C.), IG12(3).174.2 (Epist. ad Cnidios, 5 A. D.). [Hom.sts. has the first syll. short in nom., voc. and acc. sg., οὐδὲ Δρύαντος υἱός Il.6.130; Ἀμφιτρύωνος υἱός Od.11.270; Ποδῆς υἱὸς Ἠετίωνος Il.17.575, cf. 590; Ἀνθεμίωνος υἱόν 4.473; Σελάγου υἱόν 5.612; Ἕκτορ, υἱὲ Πριάμοιο 7.47; and Πηλῆος υἱός, Μηκιστῆος υἱός seem to be the better readings in 1.489, 2.566: in these places some other form ought perh. to be restored, but none of the known forms has a short ῠ: ὑός has ῡ in IG12.585 (vi B. C.), 828 (v B. C.), 2.2338, 22.4319 (both iv B. C.); Simon.l.c. seems to have used a monosyll. nom. υἷς, and Hdn.Gr. may have read it as ὕις ( ̆ ̆), but this is uncertain, as in Sch.Il.5.266 he seems to say that ὕις (υἷις cod.) does not occur.] (Prob. from *sū-yú-s, cf. Skt. sūte 'procreate', Tocharian (A-dial.) se, (B-dial.) soyä 'son'; different suffix in *sū-nu-s, Skt. sūnūs, etc., and in *s[ucaron]-nu-s, OE. sunu, etc. (all = son); *sūyú- perh. became *s[ucaron]wyú-, then *suiwú-; υἱός and υἱόν perh. by dissimilation from υἱύς υἱύν, since the o-stem forms appear first where υ-υ would otherwise be repeated; ὗϊς (ὑΐσ̣) may be another dissimilation; the precise origin of υἷος υἷι υἷες etc. is uncertain.)

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Filius, Prognatus, Natus, Gnatus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Sohn, Mein Junge.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Figlio, Maschio.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Fils, Fiston.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Hijo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Filho.