Ευρετήριο

Χείρ




ΡΙΖΑ: <θ. ΧΕΡΣ- <Ι.Ε. *GHESR- "χέρι", με αντιμετάθεση -SR-(-RS-).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Tο χέρι. (Ανατ.) το τρίτο τμήμα του δεξιού και αριστερού άνω μέρους του σώματος, το οποίο αρχίζει από τον ώμο. Το πρώτο τμήμα είναι ο βραχίονας (από ώμο μέχρι αγκώνα), το δεύτερο ο καρπός και το τρίτο η παλάμη, το χέρι με τα πέντε δάκτυλα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Χειραγωγός Act 13:11, Χειραγωγῶ Act 9:8, Χειρόγραφον Col 2:14, Χειροποίητος Mar 14:58, Χειροτονῶ Act 14:23, Ἐπιχειρῶ Luk 1:1, Αὐτόχειρ Act 27:19.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Σῶμα, Μέλος 1Co 12:12, 14, Βραχίων Act 13:17, Δάκτυλος Mar 7:33, Luk 11:46.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ποῦς Mat 4:6, 18:8, Luk 7:38.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Χείρ -ός.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Χείρ: ονομαστική ενικού.

2) Χεῖρα: αιτιατική ενικού.

3) Χεῖραι: ονομαστική πληθυντικού.

4) Χείρας: αιτιατική πληθυντικού.

5) Χεῖρες: ονομαστική πληθυντικού.

6) Χειρί: δοτική ενικού.

7) Χειρός: γενική ενικού.

8) Χειρῶν: γενική πληθυντικού.

9) Χειρσίν: δοτική πληθυντικού.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Το χέρι είναι ένα πραγματικό τέλειο αριστούργημα από την άποψη εμφάνισης, τεχνικής και πρακτικής εφαρμογής. Το πεδίο εφαρμογών που χρησιμοποιείται από το χέρι είναι πολύ μεγάλο. Αρχίζει από πρακτικές κινήσεις όπως το πιάσιμο, το σφίξιμο, τη θέση πάνω σε άτομο και «χίλιες δυό» άλλες χειρονομίες και επεκτείνεται σ’ έναν ολόκληρο κόσμο από μεταφορικές και συμβολικές χρήσεις που αναφέρονται στη δύναμη εφαρμογής που έχει το χέρι για να εκτελεστεί και επιτελεστεί ένα έργο.

Για το λόγο αυτό το χέρι έχει χαρακτηριστεί ως «το υπερεργαλείο του ανθρώπινου σώματος». Το κάθε χέρι διαθέτει 17.000, δηλ. απολήξεις νεύρων οι οποίοι μπορούν να αισθανθούν και την παραμικρή δόνηση ή την ελάχιστη αλλαγή πίεσης, μικροσκοπικά εξογκώματα ακόμη και το ανεπαίσθητο άγγιγμα του ποδιού ενός κουνουπιού. Καθώς οι επιστήμονες μελετούν τα χέρια μας ανακαλύπτουν πως τα δάκτυλα είναι άμεσα συνδεδεμένα μεταξύ τους, καθώς μοιράζονται τένοντες (όπως το μικρό δάκτυλο και ο παράμεσος) και νεύρα και έτσι οι κινήσεις τους είναι αλληλοεξαρτώμενες.

Το χέρι διαθέτει 27 οστά στον καρπό, στην παλάμη και στα δάκτυλα. Πρόκειται για το σημείο του σώματος με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση αλληλοσυνδεόμενων οστών. Πέραν αυτού τα οστά σε όλα τα δάκτυλα (πλην του αντίχειρα) παρουσιάζουν μια μαθηματική ακολουθία παρόμοια με αυτή που παρατηρείται σε σπειροειδείς σχηματιστμούς στη φύση, όπως στα κογχύλια, στο λουλούδι ηλιοτρόπιο και στους τυφώνες. Το χέρι λειτουργεί καθώς ο εγκέφαλος λαμβάνει υπόψη του τα δάκτυλα ως ένα ενιαίο εργαλείο. Αυτό σημαίνει ότι το χέρι μας αρχίζει να παίρνει τη σωστή θέση για να φέρει σε πέρας μια αποστολή με μια κίνηση τη στιγμή που ο εκγέφαλος έχει ήδη συλλάβει την επόμενη κίνηση.

Για παράδειγμα όταν απλώνουμε το χέρι μας για να πιάσουμε ένα αντικείμενο ή ένα μπουκάλι ή ακόμα ένα στυλό, τα δάκτυλα αυτόματα ήδη έχουν πάρει τη θέση για να συλλάβουν πριν ακόμα αγγίξουν το αντικείμενο, το μπουκάλι ή το στυλό.

Τέλος έχει διαπιστωθεί ότι οι επιστήμονες δεν έχουν πάψει να μελετούν το ανθρώπινο χέρι και να ανακαλύπτουν νέα εκπληκτικά στοιχεία, τόσο για τον τρόπο λειτουργίας όσο και για τη δομή του χεριού μας. Πρόσφατα μάλιστα, ανακαλύφθηκε ότι αυτό που κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ζώα του που έχουν χέρια, είναι το δάκτυλο αντίχειρας του χεριού του.

Ποια είναι λοιπόν η άποψή σας; Το θαυμάσιο αυτό υπερεργαλείο του ανρθώπινου σώματος αναπτύχθηκε μέσω εξέλιξης; Ή μήπως αποτελεί ένα προϊόν σχεδιασμού από έναν πάνσοφο Δημιουργό; (Παραβ. Ο΄ Psa 104:24).

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ-ΕΔΑΦΙΑ:

Ακολουθούν μόνο μερικές φράσεις με σημασία όπως αναφέρονται στα θεόπνευστα κείμενα:

1) Αγγίζω θέτοντας τα χέρια σημαίνει κίνηση για θεραπεία ή πνευματική χορηγία (Mat 8:13, Act 8:14-20, 19/16).

2) Θέτω τα χέρια πάνω στο κεφάλι ώριμων ανδρών σημαίνει διορισμό (Act 6:6, 1Ti 4:14), βάζω το χέρι σε κάτι σημαίνει επιχειρώ, αποπειρώμαι να κάνω κάτι (Ο΄ Deu 15:10), βάζω χέρι σε ξένα αγαθά ή σε κάτι που ανήκει σε άλλον σημαίνει αρπάζω, κλέβω (Ο΄ Exo 22:7,8,10,11), βάζω το χέρι μου μαζί με κάποιον άλλο σημαίνει είμαι κοντά του, συνεργάζομαι μαζί του (Ο΄ Exo 23:1, 1Sa 22:17), με το χέρι κάποιου ή ως σημείο πάνω στο χέρι σημαίνει καθοδηγώ κάποιον με κατάλληλες υποδείξεις (Ο΄ Deu 6:1-8, 11-18, Lev 8:26, 10:11), βάζω το χέρι πάνω στο στόμα σημαίνει σωπαίνω (Ο΄ Jgs 18:19).

3) Ενισχύω τα χέρια σημαίνει: ενδυναμώνω, εφοδιάζω, εξαρτίζω, εξουσιοδοτώ, ενώ αντίθ. αποδυναμώνω τα χέρια σημαίνει: αποδυναμώνω, εξασθενίζω, αφαιρώ ή περιορίζω δύναμη (Ο΄ Esd 1:6, Jer 38:4).

4) Στο χέρι ή κάτω από το χέρι κάποιου σημαίνει: είναι στη διάθεση ή στη φροντίδα κάποιου (Luk 23:46, Joh 10:28,29).

5) Ατονούν τα χέρια μου σημαίνει: βρίσκομαι σε αδυναμία, αποθαρρύνομαι, απογοητεύομαι, απελπίζομαι.

6) Το χέρι του δεν φτάνει σημαίνει: έλλειψη οικονομικών μέσων και πόρων, αντιθ. αυτά που θα πάρει το χέρι του σημαίνει: αυτά που μπορεί κάποιος να διαθέσει (Ο΄ Lev 14:21, Num 6:21).

7) Σταύρωμα των χεριών υποδηλώνει: ένδειξη απραξίας καθώς φέρνει φτώχεια (Ο΄ Pro 6:9-11, 26:15), νωθρό χέρι σημαίνει: λιγοστά, φτωχά υπάρχοντα, μέσα διαβίωσης κ.λπ., αντιθ. επιμελές χέρι σημαίνει δραστηριότητα με ιδιαίτερη προσοχή στη δουλειά, εργατικότητα (Ο΄ Pro 10:4).

8) Καθαρά χέρια σημαίνει: αθωότητα, έλλειψη δόλου (Ο΄ Psa 24:3,4), 9) δίνω το χέρι σημαίνει είμαι σύμφωνος, συμφωνώ (Ο΄ Ezr 10:19).

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 1:16: «καἔχων ἐν τῇ δεξιᾷ χειρὶ αὐτοἀστέρας ἑπτὰ καἐκ τοῦ στόματος αὐτοῥομφαία δίστομος ὀξεῖα ἐκπορευομένη καὄψις αὐτοὡς ἥλιος φαίνει ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ.»

Η λαμπρή φωτεινή όψη του Ιησού Χριστού –εδώ- «κατά την Ημέρα του Κυρίου» μας υπενθυμίζει ότι το πρόσωπο του Μωϋσή ακτινοβολούσε μετά την επικοινωνία που είχε στο όρος Σινά με τον Ιεχωβά Θεό.

Το ίδιο συνέβη και κατά τη μεταμόρφωση του Ιησού – όταν ήταν στη γη – μπροστά σε 3 Αποστόλους (Πέτρο, Ιάκωβο, Ιωάννη), όπου «το πρόσωπό του έλαμψε όπως ο ήλιος και τα εξωτερικά του ενδύματα έγιναν λαμπρά όπως το φως» (Mat 17:2).

Κατ’ επέκταση το πρόσωπο του Ιησού Χριστού αντανακλά (με παρόμοιο τρόπο) την ακτινοβόλα λαμπρότητα κάποιου που έχει βρεθεί στην παρουσία του Ιεχωβά Θεού (παραβ. 2Co 3:18).

Στην πραγματικότητα το όραμα του Ιωάννη μεταδίδει τη γενική εντύπωση της ακτινοβόλας δόξας του Ιησού Χριστού. Τα λευκά σαν χιόνι μαλλιά, τα φλογερά του μάτια, η λαμπερή όψη του σώματός του από το κεφάλι μέχρι τα πυρακτωμένα πόδια «μέσω του οράματος αυτού» αποτελούν την εξαίσια απεικόνιση εκείνου ο οποίος τώρα κατοικεί «σὲ ἀπρόσιτο φῶς» (1Ti 6:16).

Η εικόνα αυτή καθώς εμφανίζεται και παρουσιάζεται με ένα πολύ ρεαλιστικό και ζωντανό τρόπο προκαλεί πράγματι δέος (Apoc 1:17).

Μέρος Β΄

Ο ήλιος και το φως ανέκαθεν προκαλούσαν στον άνθρωπο μια «ακτινοβόλα λαμπρότητα», την οποία απέδιδαν σ’ ένα ανώτερο θεϊκό Ον. Έτσι μέσω διαφόρων μυθολογικών παραδόσεων, οι λαοί της Ασίας και της Μέσης Ανατολής απέδιδαν σ’ έναν «θεάνθρωπο» (Κίνα), «θεόπεμπτο» (Κομφούκιος), «απροσπέλαστο φωτεινό θείο» (Άριοι λαοί), Agni (θεός του πυρός και του ήλιου) (Βεδισμός), Amitabha (απροσμέτρητο φως) (Βουδισμός), Αστήρ Saoshyant (με σώμα που έλαμπε όπως ο ήλιος) (Περσία), Απόλλων (θεός του ήλιου στο Ελληνικό Δωδεκάθεο κ.ά.) (Carl Clemen: Religions geschitliche Erularung Giessen 1924 σελ. 192).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 9:20: Deu 31:29  Jer 5:3

Apoc 14:9: Apoc 13:16

Apoc 20:4: Apoc 13:16




1) Η λ. Χείρ στο εδάφιο 1Co 12:15, 21 αποτελεί έκφραση-λογοπαίγνιο (παρονομασία και παρήχηση) της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται στο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Χεῖρας στο εδάφιο Rom 10:21 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 65:2).

3) Η λ. Χειρῶν στο εδάφιο Luk 4:10 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Ο΄ Psa 91:11.

4) Η λ. Χείρ στο εδάφιο Act 7:50 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο (Ο΄ Hsa 66:1).

5) Η λ. Χειρός στα εδάφια Act 15:23, 23:25,26, 2Th 3:17 φανερώνει το στερεότυπο ιδίωμα που χαρακτηρίζει την επιστολογραφία των βιβλικών χρόνων. Σ’ αυτήν προτάσσεται το όνομα του αποστολέα και έπεται το όνομα του παραλήπτη (σε πτώση δοτική). Ο τύπος της επιστολογραφίας αυτής αποτελεί μέρος του λογοτεχνικού χαρακτηριστικού του κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

6) Η λ. Χειρῶν στο εδάφιο Heb 1:10 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Ο΄ Psa 102:25-26.

7) Η λ. Χεῖρας στο εδάφιο Luk 23:46 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Psa 31:5).

8) Η λ. Χειρός στο εδάφιο Heb 8:9 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Ο΄ Exo 12:51, Deu 32:15.

9) Η λ. Χείρ στο εδάφιο Mat 4:6 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Ο΄ Psa 91:11.

10) Η λ. Χείρ παρουσιάζει ιδιομορφία στην κλίση της, με αντίστοιχη αύξηση του σχηματισμού με θετικό φωνήεν διότι παρατηρείται σταδιακή υποχώρηση (του επηρεασμού) της ινδοευρωπαϊκής (ΙΝΔ/Ε) ρίζας της η οποία (αρχικά) είχε σχηματιστεί με απευθείας προσθήκη της κατάληξης (στη ρίζα) χωρίς τη μεσολάβηση του θεματικού φωνήεντος.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ Ο΄: Gen 3:22, 4:11, 5:29, Deu 2:36, 1Ch 12:18, Jer 2:34.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Cheir (Cheiragra, Cheiromancy, Cheiropompholyx).

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Hand.

Χείρ, ρός, ἡ, pl. χεῖρες, dat. pl. χερσί, gen. and dat. dual χεροῖν, by the Ionians and poets χερός, χερί, χέρα· the poets also use the gen. and dat. dual χειροῖν, and dat. pl. χείρεσι and χείρεσσιν, Il. iii, 367; the dat. χέρεσσι is also found in Hesiod. Theog. 519 and 747; the hand; the arm, Aristoph. Thesm. 914; νύξε δέ μιν κατὰ χεῖρα μέσην, ἀγκῶνος ἔνερθεν, …beneath the bend of the arm, Il. xi, 252; the palm of the hand; an elephant’s trunk, a lion’s claws or paw, etc.; metaphor. a band of men; πλήθει χερῶν, Soph. Œd. T. 123; a body of troops, Thucyd. iv, 25; force, power, violence; engagement, conflict, combat, battle, fray; a grappling-iron, Id. v, 72; handwriting, characters; the hand of an artist, i. e. his talents, style, or manner; ἐν χερσὶν ἀπέκτεινε, he slew in battle; ἐν χερσὶν εἶναι, to fight; ἰέναι ἐς χεῖρας, and εἰς χεῖρας ἐλθεῖν, also συμμιγνύναι, to come to blows, to engage, Xen. Cyr. iii, 1, 1; Id. ii, 1, 4; Æschyl. S. Theb. 677; ὑπὸ χεῖρας ποιεῖσθαι, to subdue, Xen. Ag. 1, 22; ὑπὸ χεῖρα, under the hand, in subjection; ἐν χερσίν, in the battle; ἐν χερσὶν ἔχειν τι, to be engaged with any thing; χειρῶν νόμῳ, in fight; also, near, Soph. Aj. 27; διὰ χειρός or χειρῶν ἔχειν, to hold by the hand or with the hands, Aristoph. Vesp. 609; but more frequently, to manage or administer; ἀπὸ χειρός, off hand, Id. 668; τἂν χεροῖν, things in hand. Fr. χέω, for σχῶ.

χείρ, ἡ, χειρός, χειρί, χεῖρα, dual χεῖρε, χεροῖν, pl. χεῖρες, χερῶν, χεῖρας, penult. being regularly short, when the ult. is long; dat. pl. regularly χερσί (χειρσί occurs in cod.Vat. of LXX, as Jd.7.19, 1 Ch.5.10, and late Inscrr. as CIG2811

b.10 (Aphrodisias), 2942c (Tralles): but Poets used the penult. long or short in all cases, as the verse required, χερός, χερί, χέρα, χέρε, χέρες, χέρας (of which Hom. uses only χερί; χέρα h.Pan.40); gen. dual χειροῖν S.El.206 (lyr.), 1394 (lyr.), IG22.1498.76; gen. pl. χειρῶν ib.31, common in Prose.—Poet. forms, dat. pl. χείρεσι(ν) once in Hom., Il.20.468, also Q.S.2.401, 5.469 (v.l.); χείρεσσι Il.12.382, Pi.O.10(11).62, S.Ant. 976 (lyr.), 1297 (lyr.), and once in trim., E.Alc.756; χέρεσσι(ν) Hes.Th.519, 747, B.17.49; χερέεσσιν AJA36.460 (Galatia):—Dor. nom. χέρς Timocr.9; χήρ Sophr. in PSI11.1214a3 (also, = δίψακος, Ps.-Dsc.3.11); gen. χηρός Alcm.32, IG42(1).121.22 (Epid., iv B. C.); acc. pl. χῆρας ib.96, Aeol. χέρρας Alc.Supp.4.21, Theoc.28.9.—On the accent and declension of these forms, v. Hdn.Gr.2.277,748:— the hand, whether closed, παχεῖα Il.3.376; βαρεῖα 11.235, al.; or open, flat, χερσὶ καταπρηνέσσι, χειρὶ καταπρηνεῖ, 15.114, Od.13.164, al.; εἰς τὴν χ. ἐγχεάμενοί τι X.Cyr.1.3.9: freq. in pl. where a single hand is meant, Il.23.384, etc.; reversely, sg. where more than one hand is spoken of, e.g. Od.3.37, etc.; dual joined with pl., ἄμφω χεῖρας 8.135; χεῖρε ἀμφοτέρας Il.21.115.

hand and arm, arm (cf. Ruf.Onom.11,82, Gal.2.347), πῆχυν χειρὸς δεξιτερῆς Il.21.166; κατὰ χεῖρα μέσην ἀγκῶνος ἔνερθε 11.252; χεῖρες ἀπ' ὤμων ἀΐσσοντο Hes.Th.150; χ. εἰς ὤμους γυμναί Longus 1.4; ἐν χερσὶ γυναικῶν πεσέειν into the arms, Il.6.81, etc.: hence, words are added to denote the hand as distinct from the arm, ἄκρην οὔτασε χεῖρα 5.336; περὶ ἄκραις ταῖς χ. χειρῖδας ἔχουσι X.Cyr.8.8.17, cf. Pl. Prt.352a.

of the hand or paw of animals, ὅσα [ζῷα] χεῖρας ἔχει X.Mem.1.4.14; πορεύεσθαι ἐπὶ χειρῶν go on all fours. LXX Le.11.27; so of monkeys, Arist.HA502b3; of the fore-paws of the hyena, Id.Fr.369; of the bear, Plu.2.919a.

Special usages:

to denote position, ποτέρας τῆς χερός; on which hand? E.Cyc.681; ἐπὶ δεξιὰ χειρός Pi.P.6.19; ἐπ' ἀριστερὰ χειρός Od.5.277; χειρὸς εἰς τὰ δεξιά S.Fr.598; λαιᾶς χειρός A.Pr.714 (but χείρ is often omitted with δεξιά, ἀριστερά, as we say the right, the left).

freq. in dat. of all numbers with Verbs which imply the use of hands, λάβε χειρί, χερσὶν ἑλέσθαι, Il.5.302, 10.501; χερσὶν ἀσπάζεσθαι Od.3.35; προκαλίζεσθαι 18.20; χειρί, χεροῖν ψαῦσαι, S.OT1510, 1466: sts. this dat. is added pleon. by way of emphasis, ὄνυξι συλλαβὼν χερί Id.Aj.310.

gen., by the hand, χειρὸς ἔχειν τινά Il.4.154; χειρὸς ἑλών 1.323, etc.; γέροντα δὲ χειρὸς ἀνίστη he raised him by the hand, 24.515, cf. Od.14.319; χερὶ χειρὸς ἑλών Pi.P.9.122; τινὰ χειρός ἑλκειν Id.N.11.32; ἀνέλκειν τινὰ τῆς χ. Ar.V.569 (anap.).

the acc. is used when one takes the hand of a person, χεῖρα γέροντος ἑλών Il. 24.361; χεῖρ' ἕλε δεξιτερήν Od.1.121; χεῖράς τ' ἀλλήλων λαβέτην, in pledge of good faith, Il.6.233; so ἔμβαλλε χ. δεξιὰν πρώτιστά μοι S.Tr.1181; also ἔμβαλλε χειρὸς πίστιν Id.Ph.813, cf. OC1632.

other uses of the acc.:

in prayer or entreaty, χεῖρας ἀνασχεῖν [θεοῖς] Il.3.275, etc.; ποτὶ γούνασι χεῖρας βάλλειν Od.6.310; ἀμφὶ . . Ἀρήτης βάλε γούνασι χεῖρας Ὀδυσσεύς 7.142; ἀμφὶ δὲ χεῖρας δειρῇ βάλλ' Ὀδυσῆϊ 23.207; ἀμφί τινι χεῖρε β. 21.223; περίβαλε δὲ χέρας Ar.Th.914, cf. A.Ag.1559 (anap.); χεῖρας προΐσχεσθαι Th.3.58, 66; so also χεῖρας ἀείρων Od.11.423, cf. Il.7.130 (tm.); χ. ἀνατείνειν (v. ἀνατείνω 1.1).

τὰς χεῖρας αἴρειν to hold up hands in token of assent or choice, of persons voting, Ar.Ec.264; τὴν χ. αἴρειν And.3.41; ὅτῳ δοκεῖ ταῦτα, ἀράτω τὴν χ. X.An.5.6.33, cf. 7.3.6; ἀνατεινάτω τὴν χ. ib.3.2.9, 33; χεῖρας ὀρεγνύς Il.22.37; χεῖρ' ὀρέγων εἰς οὐρανόν 15.371; χεῖρας ὀ. τινί Od.12.257; πρός τινα Pi. P.4.240; ποτὶ στόμα χεῖρ' ὀρέγεσθαι Il.24.506 (but χεῖρά τισι ὀ. to reach them one's hand in help, X.HG5.2.17); also χεῖρε ἑτάροισι πετάσσας Il.4.523, etc.; πιτνὰς εἰς ἐμὲ χεῖρας Od.11.392 (but χεῖρε πετάσσας abs., of one swimming, etc., 5.374, al.).

[Ἰλίου] χεῖρα ἑὴν ὑπερέσχε held the hand over

as a protector, Il.9.420, etc.: less freq. τισι, 4.249, cf. 5.433; χεῖρά θ' ὕπερθεν ἔχεις IG14.1003.10 (Rome).

in hostile sense, χεῖρας or χεῖρα ἐπιφέρειν τινί, Il.1.89, 19.261, al.; χεῖρας ἐφιέναι τινί 1.567, Od.1.254, al.; χεῖρας ἐπιβάλλειν τισί Plb.3.2.8, etc.; χέρα τινὶ προσενεγκεῖν Pi.P.9.36; χεῖρας ἐπί τινι ἰάλλειν, v. ἰάλλω 1.1.

χεῖρας ἀπέχειν keep hands off, λοιμοῖο βαρείας χεῖρας ἀφέξει Il.1.97 codd.; κερτομίας δέ τοι . . καὶ χεῖρας ἀφέξω . . μνηστήρων Od.20.263; ἀθανάτων ἀπέχειν χέρας A.Eu.350 (lyr.); τὼ χεῖρε ἀπέχεται Pl.Smp.213d; παύειν χεῖράς τινος Il.21.294.

χεῖρας ἐπιτιθέναι τινί, in token of consecration, 1 Ep.Ti.5.22, etc.

with Preps.:

ἀνὰ χεῖρας ἔχειν τινάς to be intimate with . . , Plb.21.6.5; αἱ ἀνὰ χεῖρά τινων ὁμιλίαι S.E.M.1.64; τὰ ἀνὰ χεῖρα πράγματα the matters in hand, Plu.2.614b, etc. (also οἱ ἀνὰ χ. χρόνοι the current period, PRyl.88.21 (ii A. D.); τὰ ἀνὰ χ. what comes his way, Ps.-Ptol.Centil.18; ἀνὰ χ. τῆς πύλης hard by . . , LXX 2 Ki.15.2.

ἀπὸ χειρὸς λογίσασθαι to reckon off-hand, roughly, Ar.V.656 (anap.), cf. Luc.Hist.Conscr.29: but πότισον τὴν γῆν ἀπὸ χειρός by hand, PCair.Zen.155 (iii B. C.).

διὰ χερῶν ἔχειν, λαβεῖν, literally, to have or take between the hands, A.Supp.193, S.Ant.916; διὰ χειρὸς ἔχειν to hold in the hand, ib.1258 (anap.), Ar.V.597 (anap.); to have in hand, i. e. under control, Th.2.76; διὰ χειρῶν ἔχειν τὴν πολιτείαν Arist.Pol.1308a27; τὰ τῶν ξυμμάχων keep under control, Th.2.13: later, to have a work in hand, be engaged in it, Phld.Acad.Ind.p.69M. (χερός), D.H.Isoc.4; τὰ ὅπλα Plu.Cor.2, etc. (also διὰ χ. by direct payment, opp. διὰ τῆς τραπέζης by banker's order, BGU1156.8 (i B. C.), etc.; cf. διὰ χ. ἔσπευδε τὴν πρᾶσιν Charito 1.12); of arms, διὰ χειρὸς εἶναι Luc.Anach.35; διὰ χ. ἔχειν, c. part., to be continually doing, Plu.2.767c; διὰ χειρός τινος ποιεῖν τι LXXJo.17.4, al., cf. Act.Ap.7.25, al.

ἐς χεῖρας λαβεῖν τι literally, S.El.1120, etc.; to take a matter in hand, undertake it, πρᾶγμ' ἐς χέρας λαβόντ' E.Hec.1242; ἄγεσθαί τι ἐς χεῖρας Hdt.1.126, 4.79, etc.; δοῦναί τινι ἐς χέρας, εἰς χεῖρα, S.El.1348, X.Cyr.8.8.22; καταστῆσαι εἰς τὰς χ. τινος Aeschin.2.28; of persons, ἵκεο χεῖρας ἐς ἁμάς thou hast fallen into our hands, Il.10.448 (in Hom. also simply ὅ τι χεῖρας ἵκοιτο Od.12.331, cf. 24.172); so εἰς χεῖρας ἐλθεῖν τινι X.Cyr.7.4.10, cf. 2.4.15: generally, to have to do with any one, converse with him, Id.An.1.2.26 (so ἐς χεῖρα γῇ ξυνῆψαν E.Heracl.429): most freq. ἐς χεῖρας ἐλθεῖν τισι to come to blows or close quarters with . . , A.Th.680; ἀλλήλοις Th.7.44: abs., εἰς χ. ἐλθεῖν Id.4.96; ἐς χ. ἰέναι Id.2.3, 4.72, cf. PTeb.765.6 (ii B. C.); συνιέναι X.Cyr.8.8.22; also ἐς χειρῶν νόμον (fort. νομόν) ἀπικέσθαι Hdt.9.48; ἐν χειρῶν νόμῳ (fort. νομῷ) ἀπόλλυσθαι Id.8.89, cf. Aeschin.1.5, SIG167.37 (Mylasa, iv B. C.), Heraclid.Pol.25, Plb.1.34.5, 5.111.6; ἐν χειρὸς νόμῳ Arist.Pol.1285a10, D.H.6.26; ἐν χειρῶν νομαῖς SIG700.29 (Lete, ii B.C.), v. l. in LXX 3 Ma.1.5; ἐν χεροῖν δίκῃ cj. in E.Ba.738; εἰς χεῖρας συμμεῖξαι τοῖς πολεμίοις X.Cyr.2.1.11; also εἰς χεῖρας δέχεσθαί τινας to await their charge, Id.An.4.3.31; ἐς χ. ὑπομεῖναί τινας Th. 5.72.

ἐκ χειρός by hand of man, S.Aj.27: from near at hand, at close range, ἐκ χειρὸς βάλλειν X.An.3.3.15; ἀμύνασθαι ib.5.4.25; μάχεσθαι Id.HG7.2.14, cf. D.S.19.6; πληγὰς ἐκ χ. ἀναδέξασθαι Plu. tim.4; οὐ μὴ σωθῇ ἐκ χ. σιδήρου LXX Jb.20.24; ἡ ἐκ χ. δίκη lynch law, D.H.4.37; ἡ ἐκ χ. βία Plb.9.4.6: metaph., ἡ ἐκ χ. θεωρία closerange reading, D.H.Isoc.2; so of time, out of hand, off-hand, forthwith, Plb.5.41.7, al.

δέπας μητρὶ ἐν χειρὶ τίθει Il.1.585, cf. Od.13.57, 15.120, al. (always so of a cup, hence ἐν χερσὶ τίθει δέπας, though found in most codd., was condemned by the critics in Il.l.c., Od.3.51, 15.130); πρεσβήϊον ἐν χερὶ θήσω Il.8.289; τόξον, ἔγχος ἔχων ἐν χειρί, 15.443, 17.604; σκῆπτρον δέ οἱ ἔμβαλε χειρί Od.2.37; but ἐν . . χειρὶ σκῆπτρον ἔθηκεν Il.23.568; of a gift, ἐν χερσὶ τίθει 1.441, 446; ἐν ταῖς χ. ἔχειν, literally, Pl.R.432d; τὰ ὅπλ' ἐν ταῖς χ. ἔχων D.9.8, etc. (metaph., ἔτι μεμνημένων ὑμῶν καὶ μόνον οὐκ ἐν ταῖς χερσὶν ἕκαστ' ἐχόντων Id.18.226); but ἐν χερσὶν ἔχειν also, to have in hand, be engaged in, τὸν γάμον Hdt.1.35; ἑορτήν Plu.Alex.13; τὴν περὶ Δημοσθένους πραγματείαν D.H.Th.1; ἐν χειρί τινα δίκην ἔχων Pl.Tht. 172e; ὁ ἐν χερσὶ πόλεμος the war in hand, D.H.8.87; περιτειχισμὸς ἐν χερσὶν ὤν ib.21; ἡ ἐν χ. ζήτησις S.E.M.11.208, etc.; freq. of fighting, ἐν χερσί hand to hand, ἐν χ. ἦν ἡ μάχη Th.4.43; ἐν χ. ἀποκτεῖναι Id.3.66, cf. 4.57,96, etc.; ἐν χ. γίγνεσθαι τοῖς ἐναντίοις Id.5.72; ἐν χ. εἶναί τινος X.HG4.6.11; δίκη ἐν χερσί Hes.Op.192; ὁ ψόφος τῶν ὅπλων καὶ τῶν ἵππων ὁ φρυαγμὸς ἐν χερσὶν ἐδόκει εἶναι D.S.19.31; ἡ ἐν χερσὶν [δυστυχία] Plu.Cleom.22: also in dual, τἀν χεροῖν S.Ant.1345 (lyr.); ἐν χειρί τινος by the hand of . . , LXX Jo.21.2, al.; ἐν χ. ἀγγέλου Act.Ap.7.35 (v.l.).

ἐπὶ χειρὸς ἔχειν on or in one's hand, Thgn.490; ἐπὶ χεῖράς τινων ἐκφέρουσι put into their hands, Plu.2.815b; also ἐπὶ χεῖρά τινος next to, LXXNe.3.4.

κατὰ χειρός, of washing the hands before meals, ὕδωρ κατὰ χειρός (sc. φερέτω τις), Ar.V.1216, cf.Av.464 (anap.), Fr.502 (lyr.), Philox. 1, Ath.9.408e; (without ὕδωρ) κατὰ χ. ἐδόθη Alex.261.2, cf. Arched. 2.3: prov. of that which is easily come by, Telecl.1.2 (anap.); πάντα μοι κατὰ χ. ἦν τὰ πράγματα at hand, Pherecr.146.5; also κατὰ χειρῶν δοῦναι, χέειν, λαβεῖν, Philyll.3, Antiph.287 (v.l.), Men.470 (troch.), cf. Phot.s.v. κατὰ χειρὸς ὕδωρ: κατὰ χεῖρα in deed or act, κατὰ χ. γενναιότατοι D.H.7.6; opp. συνέσει, Plu.Phil.7; κατὰ χεῖρά σου according to thy will, LXX Si.25.26: but κατὰ χεῖρας [τῆς σοφίας] by her side, ib.14.25.

μετὰ χερσὶν ἔχειν between, i.e. in, the hands, Il.11.4, 15.717; [ἄλεισον] μετὰ χ. ἐνώμα Od.22.10: μετὰ χεῖρας ἔχειν to have in hand, be engaged in, Hdt.7.16.β, Th.1.138.

λάβε παρὰ χεῖρα take in hand, LXX To. 11.4; but τὸ πὰρ χειρός the work in hand, B.13.10.

πρὸ χειρῶν close before one, S.Ant.1279, E.Tr.1207 (s.v.l.), Rh.274; πρὸ χειρὸς εἶναι cj. in Pl.Com.69.5.

πρὸς χειρός τινος by his hand, A.Supp.66 (lyr.), etc.; πρὸς ἐμὴν χεῖρα at the signs given by my hand, S.Ph.148 (anap.); πρὸς χεῖρα ὑποβορβορύζοντες on pressure, Hp.Epid.4.7.

ὑπὸ χερσὶ ἁλοῦσα under, i.e. by, another's hands, Il.2.374, etc.; ὑπὸ χεῖρα ποιεῖσθαι to bring under one's power, X.Ages.1.22; οἱ ὑπὸ χ. persons in one's power, D.6.34; ὑπὸ τὴν χ. ἐλθεῖν to come into one's hand, Luc.Herm.57, etc.; ὑπὸ χ. in hand, i.e. in stock, Arist.Mete.369b33; but also, at hand, i.e. at once, Plu.2.548e; τὰ ὑπὸ χ. ib.56b, Dsc.1.35; ὁ ὑπὸ χ. the attendant, Dsc.5.75; παρέργως καὶ ὑπὸ χ. extempore, Plu.Arat.3, etc.; also καθύπο χεῖρα κινῶν [τὰς οὐσίας], in Alchemy, Ps.-Democr. p.51 B.

the hand often receives the attributes of the person using it, χ. μεγάλη, of Zeus, Il.15.695 (χ. παγκρατής, of God, Secund.Sent.3; χ. ὑπερμήκης, of the 'long arm' of the king, Hdt.8.140.β'); θοὴ χ., of one throwing, Il.12.306; ἀφνειά Pi.O.7.1, cf. S.El. 458; εὐσεβεστέρα, εὐφιλής, A.Ch.141, Ag.34; κάρβανος ib.1061; γεραιά E.Hec.143 (anap.); πονηρά Id.Ion1316, etc.: to denote wealth or poverty, πλειοτέρῃ σὺν χ. Od.11.359; κενεὰς σὺν χ. ἔχοντες 10.42, cf. E.Hel.1280, etc.

it is represented as acting of itself, χεῖρες μαιμῶσιν Il.13.77, cf. S.Aj.50; χεὶρ ὁρᾷ τὸ δράσιμον A.Th.554; δήμου κρατοῦσα χ. Id.Supp.604 (dub. l.): prov., ἁ δὲ χ. τὰν χ. νίζει Epich.273; or simply, ἁ χ. τὰν χ. AP5.207 (Mel.).

pl., in theurgy, name for spiritual powers, αἱ δημιουργικαὶ [τοῦ Ἀπόλλωνος] δυνάμεις ἃς θεουργῶν παῖδες χεῖρας ἀποκαλοῦσιν Procl. in Cra. p.101 P., cf. eund. in R.2.252K.

to denote act or deed, opp. mere words, in pl., ἔπεσιν καὶ χερσὶν ἀρήξειν Il.1.77; μνῆμ' Ἑλένης χειρῶν of her handiwork, her art, Od.15.126 (so in sg., δώρημ' ἐκείνῳ τἀνδρὶ τῆς ἐμῆς χ. S.Tr.603); χερσὶν ἢ λόγῳ Id.OT883 (lyr.), cf. OC1297, etc.; τῇ χειρὶ χρᾶσθαι to use one's hands, i.c. be active, stirring, opp. ἀργὸς ἐπεστάναι, Hdt.3.78, cf. 9.72; τὰς χ. προσφέρειν to apply force, X.Mem.2.6.31: sg., βούλευμα μὲν τὸ Δῖον, Ἡφαίστου δὲ χείρ A.Pr.619; μιᾷ χειρί single-handed, D.21.219; χειρὶ καὶ ποδὶ καὶ πάσῃ δυνάμει Aeschin.3.109, cf. 2.115; χερσίν τε ποσίν τε Il.20.360, cf. Pi.O.10(11).62, esp. of using the hands in a fight, cf. supr. 11.6d, e, f; of deeds of violence, πρὶν χειρῶν γεύσασθαι before we try force, Od.20.181; ἀδίκων χ. ἄρχειν to give the first blow, X.Cyr.1.5.13, Antipho 4.2.1, Lys.4.11, etc.; ἀμυνόμενος ἄρχοντα χειρῶν Pl.Lg.869d: generally, χεῖρες violent measures, force, ἐπίσχετε θυμὸν ἐνιπῆς καὶ χειρῶν Od.20.267; ὑπόδικος χερῶν A.Eu.260 (lyr.); χερσὶ πεποιθώς Il.16.624, etc.; ἐν χειρῶν νόμῳ v. supr. 11.6d; ὅπως θανάτοιο βαρείας χ. ἀλάλκοι, v.l. for κῆρας, Il.21.548.

a number, band, body of men, esp. of soldiers, χεὶρ μεγάλη Hdt.7.157; in dat., οὐ σὺν μεγάλῃ χ. Id.5.72; πολλῇ χ. 1.174, Th.3.96, E.Heracl. 337; pleon., χ. μεγάλῃ πλήθεος Hdt.7.20; δεδωμάτωμαι δ' οὐδ' ἐγὼ σμικρᾷ χερί A.Supp.958; οἰκεία χείρ, for χεὶρ οἰκετῶν, E.El.629; σὺν πλήθει χερῶν S.OT123.

handwriting, τὴν ἑαυτοῦ χεῖρα ἀρνήσασθαι Hyp.Lyc.Fr.5, cf. IG9(1).189 (Phocis); τῇ ἐμῇ χ. Παύλου I Ep. Cor.16.21, Ep.Col.4.18: copy, counterpart of a document, SIG712.31 (Crete, ii B.C.); deed, instrument, ἡ χ. ἥδε κυρία ἔστω PRein.28.18 (ii B.C.), cf. PCair.Zen.477 (iii B.C.), etc.

handiwork of an artist or workman, γλαφυρὰ χ. Theoc.Epigr.8.5, etc.; αἱ Ἐφεσίου χεῖρες Herod.4.72, cf. 6.66; σοφαὶ χέρες APl.4.262; τὰς Φειδίου χ. Lib.Or. 30.22.

of any implement resembling a hand:

a kind of gauntlet, X.Eq.12.5, Poll.1.135 (pl.).

χ. σιδηρᾶ grappling-iron, Th.4.25, 7.62; also of an anchor, AP6.38 (Phil.).

axle-tree, LXX 3 Ki.7.18(32).

in LXX, pillar or cairn, as it were a finger pointing to heaven, χεὶρ Ἀβεσσαλώμ LXX 2 Ki.18.18; also ἀνέστακεν αὐτῷ χεῖρα, i.e. trophy, ib. 1 Ki.15.12.

χεῖρες ἐλάτιναι, of oars, Tim.Pers.7.

catch of a trigger, Hero Aut.13.9; χ. κατάγουσα τὴν τοξῖτιν Ph.Bel. 68.4, cf. Hero Bel.78.2.

instrument of torture, LXX 4 Ma.8.13.

handful, κορώνῃ χεῖρα πρόσδοτε κριθέων Phoen. 2.1.

ointment containing five ingredients, Orib.Fr.89, Alex. Trall.7.1. (Cf. Arm. jein (dzern), Alb. dore, Tocharian (A-dialect) tsar, (B-dialect) sar, all = hand.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Manus, Palma, Chirographum, Lacertus, Manicula, Gnomon, Dextra, Dextella, Dextera, Cubitum, Cubitus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Hand, Seite, Blatt, Zeiger, Handschrift, Runde, Mann, Arbeiter, Arbeitskraft, Uhrzeiger, Applaus, Beifall.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Mano, Lancetta, Braccio, Operaio, Manovale.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Main, Part, Côté, Aiguille, Paume, Partie, Main-D'œuvre, Index, Travailleur, Paluche, Ligne.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Mano, Manecilla, Letra, Ayuda, Caligrafía, Palmo, Peón, Aplauso, Escritura, Obrero, Operario.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Mão, Controle, Poder, Caligrafia, Posse, Palmo, Habilidade, Participação, Assinatura, Auxílio, Perícia, Aplauso, Destreza, Auxiliar, Cabo, Marinheiro, Fonte, Estilo.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Hand.